Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Λόγος (53) ΝΓ΄. ΛΟΓΟΣ ΝΓ': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ, ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΥΝΑΤΟΥΣ ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ



Όταν ούν μετά ταύτα πάντα επαναστή ο διάβολος τινι και ου δύναται προς αυτόν εν αγώνι, μάλλον δε προς τον ενισχύοντα αυτόν και βοηθούντα αυτώ, δι' όν ο άνθρωπος κατεπαίρεται αυτού και λαμβάνει παρ' αυτού δύναμιν και υπομονήν, ώστε το παχυμερές σώμα και υλικόν νικήσαι τον ασώματον και νοερόν, ηνίκα ούν ίδη ο εχθρός πασαν ταύτην την δύναμιν, ήνπερ εδέξατο ο άνθρωπος εκ του Θεού, και τάς έξω αισθήσεις αυτού εκ των ορωμένων πραγμάτων και των φωνών των ακουομένων μη ηττωμένας και τους λογισμούς αυτού υπό των κολακευμάτων και θωπευμάτων αυτού μη χαυνουμένους, τότε λοιπόν επιθυμεί ο δόλιος ζητήσαι τρόπον τινά του αποστήσαι τον βοηθούντα τον άνθρωπον, τον άγγελον εκείνον άπ' αυτού.  Μάλλον δε επιθυμεί ο δόλιος τυφλώσαι τον νουν του ανθρώπου και βοηθούμενου, και εύρεθηναι αυτόν αβοήθητον, και κινήσαι εν αυτώ λογισμούς υπερηφανίας, ίνα δοκή, ότι υπό της εαυτού δυνάμεως όλη η ισχύς αύτη και αυτός εαυτώ τον πλούτον τούτον εκτήσατο και τη δυνάμει αυτού εφύλαξεν εαυτόν εκ του εναντίου και φονευτού.

Λόγος (52) ΝΒ΄. ΛΟΓΟΣ ΝΒ': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΡΟΠΟΥ, ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΨΥΧΡΟΥΣ ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ

 

Ους δε ανδρείους και δυνατούς θεωρεί ό διάβολος, και τον θάνατον εις ουδέν λογιζομένους και εν μεγάλω ζήλω εξελθόντας και εις πάντα πειρασμόν και θάνατον εκδεδωκότας εαυτούς και καταφρονούντας της ζωής του κόσμου και του σώματος και πάντων των πειρασμών, τούτοις ουκ απαντά παραυτίκα ο διάβολος, ουδέ δεικνύει εαυτόν τούτοις ως επί πολύ, αλλά συστέλλει εαυτόν και τόπον δίδωσιν αυτοίς και ουκ απαντά αυτοίς προς την πρώτην ορμήν αυτών, ουδέ παρατάσσεται προς αυτούς εις πόλεμον. Γινώσκει γαρ, ότι πάσα αρχή θερμότερα υπάρχει του πολέμου και οίδεν ότι πολύν ζήλον έχει ο αγωνιστής, και ούχ ως έτυχε νικώνται οι ζηλωταί των πολεμιστών.


Καί ούχ ως δειλιών ο διάβολος ποιεί τούτο, αλλ' εκ της περικειμένης αυτοίς θείας δυνάμεως της φοβεριζούσης αυτόν εκφοβείται. Όσον ούν θεωρεί αυτούς ούτως, ου τολμά προσψαύσαι αυτοίς, έως ότου ίδη αυτούς ψυχρανθέντας εκ του ζήλου αυτών και απορρίψαντας τα όπλα, άπερ εαυτοίς ητοίμασαν εν ταίς εαυτών διανοίαις εν τη αλλοιώσει των θείων λόγων και των μνημών των συνεργουσών και βοηθουσών αυτοίς. Και προσέχει εις τον καιρόν της ραθυμίας αυτών, και όταν στραφώσι μικρόν εκ των προτέρων λογισμών αυτών και αυτοί αφ' εαυτών άρξονται εφευρίσκειν εφευρέσεις της ήττης αυτών εκ των κολακευμάτων του φρονήματος αυτών, των βρυόντων εν αυτοίς και άφ' εαυτών αυτοί ορύσσουσι βόθρον απώλειας ταίς ψυχαίς αυτών εκ του μετεωρισμού των λογισμών, του εκ της οκνηρίας γινομένου, αφ' ων η ψυχρότης έβασίλευσεν εν αυτοίς ήτοι εν ταίς διανοίαις και ταίς καρδίαις αυτών.

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Γιατί οι χριστιανοί δεν ψάχνουν να βρουν το Άγιο Πνεύμα;

-Θέλω να σας ρωτήσω πάτερ.Γιατί οι χριστιανοί δεν ψάχνουν να βρουν το Άγιο Πνεύμα,δεν γνωρίζουν το Άγιο Πνεύμα;

-π.Σαββάτιος:Επειδή οι άνθρωποι αναμίχθηκαν με τον ''κόσμο'' και τις πράξεις του κόσμου τούτου και αντι να φέρουν την Εκκλησία στον κόσμο,έφεραν τον ''κόσμο''στην Εκκλησία.''Εν ειρήνη προέλθωμεν''-αντί να μετεφέρουν εκείνοι  στον ''κόσμο'' το πνεύμα της ειρήνης,το οποίο λαμβάνουμε από τον Χριστό στη Θεία Λειτουργία,έφεραν τον ''κόσμο''στην Εκκλησία.Ετσι αφου ''μαγαριστήκαμε''και καλοσυνηθίσαμε με τα του κόσμου
θεωρήσαμε πως αυτό είναι χριστιανισμός,αλλά ο χριστιανισμός είναι κάτι πιο βαθύ,πιο συνταρακτικό.
 Αφού λοιπόν θεωρούν πως ότι έχουν είναι αρκετό και πως ότι αυτοί κάνουν είναι χριστιανισμός και εκκλησιαστική ζωή,δεν ψάχνουν πια να βρουν το Άγιο Πνεύμα.Πλανώνται όμως οικτρά. Υπάρχουν πολλοί που ''είναι έτσι'',αλλά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος όταν ρωτήθηκε:«Γιατί εμείς δεν θα σωθούμε;Μόνο οι καλόγεροι στα βουνά»; τους απάντησε με πνευματική ειρωνεία:«Ποιός σας είπε πως όλοι θα σωθούν»;
 Έτσι και εμείς,πέφτουμε στην παγίδα της αυτοϊκανοποίησης,της επάρκειας.Να μην πέφτουμε στον πειρασμό να βάζουμε στην άκρη τους αγίους και και το Ευαγγέλιο και να λέμε:«Αυτό ήταν κάποτε,σήμερα ζούμε σε άλλες εποχές,αυτά δεν γίνονται.Η ατμοσφαιρα της εποχής μας επιβάλλει έναν άλλον τρόπο ζωής και θα πρέπει να προσαρμοστει σε αυτόν η Εκκλησία»
Εξαιτίας του γελοίου αυτού πειρασμού,οι άνθρωποι έφτασαν να μην ψάχνουν να βρουν το Άγιο Πνεύμα και χαραμίζουν τη ζωή τους.Σηκώνονται το πρωί για να πάνε στην Εκκλησία-τουλάχιστον κάνουν αυτόν τον κόπο-αλλά πολλές φορές δεν ξέρουν γιατί το κάνουν...
Απόσπασμα από συνέντευξη του ιερομονάχου Σαββατίου Μπαστοβόϊ

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Νοῦς, νοερά ἐνέργεια καί καρδία κατά τούς Ἀγίους Πατέρες.

''Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νά βρίσκεται στήν καρδιά...''

 
Ὁ νοῦς εἶναι ὁ ἱερέας καί ἡ καρδία τό ἐσωτερικό θυσιαστήριο τοῦ ἀνθρώπου πού θά πρέπει νά εἶναι ἀφιερωμένο στόν Θεό.

Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπους σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους Πατέρας πρέπει νά βρίσκεται ἐντός τοῦ ἀνθρώπου, στήν καρδία του καί ἐκεῖ νά προσεύχεται ἀδιάλειπτα (νά ἱερουργεῖ τελώντας μία ἀδιάλειπτη Θεία Λειτουργία στό ἐσωτερικό θυσιαστήριο τῆς ἀνθρωπινης καρδίας).

Δέν θά πρέπει νά διασκορπίζεται πρός τά ἔξω διά τῶν αἰσθήσεων, ἀλλά νά ἔρχεται «εἰς ἑαυτόν».

Δηλ. ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ, πού διασκορπίζεται διά τῶν αἰσθητηρίων στό περιβάλλον, θά πρέπει νά ἐπανέλθει στήν οὐσία τοῦ νοῦ, πού βρίσκεται ἐντός τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου.

[Σημειώνουμε ἐδῶ ὅτι : οὐσία, ἡ ὁποία βρίσκεται ἐντός τῆς καρδίας (καί ὀνομάζεται βαθεῖα καρδία) καί ἐνέργεια (ἡ ὁποία λέγεται νοερά ἐνέργεια). Ἡ νοερά ἐνέργεια ἐνεργεῖ στήν καρδία τοῦ ὑγιοῦς πνευματικά ὡς νοερά ἀδιάλειπτη προσευχή (νοῦς) καί στόν ἐγκέφαλο ὡς διάνοια (λογική)].

Τότε ὅταν ὁλοκληρωθεῖ αὐτή ἡ ἐπιστροφή, ὁ νοῦς διά τοῦ ἑαυτοῦ του, «ἐπί τήν ἔννοιαν τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνει». Τότε ἡ νοερά ἐνέργεια λειτουργεῖ σωστά....

Τότε ὁ νοῦς δηλ. ἡ ψυχή κατά τούς ἁγίους Πατέρας λειτουργεῖ κατά φύσιν. ὅπως ὁ Θεός ἔχει οὐσία καί ἐνέργεια ἔτσι καί ὁ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἄνθρωπος (νοῦς) ἔχει.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης μᾶς διδάσκει : «Ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ κύρια μέριμνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε θεράπευε τὸν χῶρο τῆς ψυχῆς. Εἶχε διαπιστώσει, ἀπὸ τὴν Ἑβραϊκὴ παράδοσι καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀποστόλους ὅτι στὸν χῶρο τῆς φυσικῆς καρδιᾶς λειτουργεῖ κάτι, ποὺ οἱ Πατέρες ὠνόμασαν «νοῦν».

Πήρανε δηλαδὴ τὸν παραδοσιακὸν «νοῦν», ποὺ σημαίνει διάνοια καὶ λόγος, καὶ κάνανε μία διαφοροποίησι. Ὠνόμασαν νοῦν αὐτὴν τὴν νοερὰ ἐνέργεια, ἡ ὁποία λειτουργεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ ὑγιοῦς ψυχικὰ ἀνθρώπου. Δὲν γνωρίζομε πότε ἔγινε αὐτὴ ἡ διαφοροποίησις, διότι συμβαίνει ἐπίσης μερικοὶ Πατέρες νὰ ὀνομάζουν μὲ τὴν ἴδια λέξι, νοῦν, καὶ τὴν λογική, ἀλλὰ καὶ τὴν νοερὰ ἐνέργεια, ὅταν αὐτὴ κατεβαίνη καὶ λετουργῆ στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς.

Ὅποτε ἐξ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἡ νοερὰ ἐνέργεια εἶναι μία καὶ μόνη ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία στὸν μὲν ἐγκέφαλο λειτουργεῖ ὡς λογική, ἡ ἴδια ὅμως λειτουργεῖ συγχρόνως καὶ στὴν καρδιὰ ὡς νοῦς. Δηλαδὴ τὸ ἴδιο ὄργανο, ὁ νοῦς, προσεύχεται ἀδιάλειπτα στὴν καρδιά, σὲ ὅσους ἐννοεῖται ἔχουν ἀδειάλειπτη καρδιακὴ προσευχή, καὶ συγχρόνως σκέπτεται π.χ. μαθηματικὰ προβλήματα καὶ ὀ,τιδήποτε ἄλλο, στὸν ἐγκέφαλο» [16].

Στὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων Πατέρων γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ στὴν καρδιά, τὴν ἐπιστροφὴ τῆς ἐνεργείας στὴν οὐσία. 

Λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος ὅτι ὁ νοῦς πού δὲν διασκορπίζεται πρὸς τὰ ἔξω καὶ δὲν διαχέεται ὑπὸ τῶν αἰσθητηρίων στὸν κόσμο, ἐπιστρέφει στὸν ἑαυτό του καὶ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του ἀναβαίνει στὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ. 

Καὶ στὴν συνέχεια περιλαμπόμενος καὶ ἐλλαμπόμενος ἀπὸ τὸ κάλλος τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν Θεία Χάρη, ἀπό τό Φῶς τοῦ Θεοῦ τό Ἄκτιστον,

δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ γήινα καὶ ξεχνᾶ ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν φύση· δηλ. δέν φροντίζει μέ ἀγωνία οὔτε γιά τήν τροφή του οὔτε γιά τό τί θά φορέσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός. [17]


Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν διάχυσή του στὴν καρδιά, δηλαδὴ ἡ ἐπιστροφὴ τῆς ἐνεργείας τοῦ νοῦ στὴν οὐσία του...

εἶναι ἡ θεραπεία τοῦ νοῦ, ἡ ἀποκατάσταση του στό κατά φύσιν.

Τότε ἡ καρδία καθαρίζεται ἀπό τήν ἀδιάλειπτη νοερά καρδιακή προσευχή καί ἔρχεται ἐντός της Ἔνοικος τό Πανάγιον Πνεῦμα μέ τόν καρπό του πού εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία κ.λ.π.). Τότε φυσικά ἐξαφανίζεται ὁ ἐγωισμός, ἡ λύπη πού προκαλεῖ καί ἡ Κατάθλιψη.

Παραπομπές

[16] Π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ἐκδ. Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 19.

[17] Μ. Βασιλείου, TLG, Work #075 32.1240.35 to Work #075 32.1240.42 Νοῦς γὰρ μὴ σκεδαννύμενος ἐπὶ τὰ ἔξω͵ μηδὲ ὑπὸ τῶν αἰσθητηρίων ἐπὶ τὸν κόσμον διαφορούμενος͵ ἐπάνεισι μὲν πρὸς ἑαυτὸν͵ δι΄ ἑαυτοῦ δὲ πρὸς τὴν περὶ Θεοῦ ἔννοιαν ἀναβαίνει· κἀκείνῳ τῷ κάλλει περιλαμπόμενος͵ καὶ αὐτῆς τῆς φύσεως λήθην λαμβάνει· μήτε πρὸς τροφῆς φροντίδα͵ μήτε πρὸς περιβολαίων μέριμναν τὴν ψυχὴν καθελκόμενος· ἀλλὰ σχολὴν ἀπὸ τῶν γηίνων φροντίδων ἄγων͵ τὴν πᾶσαν ἑαυτοῦ σπουδὴν ἐπὶ τὴν κτῆσιν τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν μετατίθησι.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

                                                          anavaseis.blogspot.gr

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Η Ανατρεπτική Αγάπη του Θεού.

 Ώ, Συ Νυμφίε, που ομορφαίνεις την ασχήμια της νύφης!

 Ομιλία Ιω. Χρυσοστόμου : « Ότε της Εκκλησίας έξω ευρεθείς Ευτρόπιος …»

Επιλογή (από P.G. 52, 404 Α-411 Β): +Παναγιώτης Νέλλας. Μετάφραση: Ελ. Μαϊνάς.
 
Πόρνη επιθυμούσε ο Θεός; Ναι πόρνη. Εννοώ τη δική μας φύση. Ήταν τρανός και αυτή ταπεινή. Τρανός όχι στη θέση αλλά στη φύση. Πεντακάθαρος ήταν, ακατάστρευτη η ουσία του, άφθαρτη η φύση του. Αχώρητος στο νου, αόρατος, άπιαστος από τη σκέψη, υπάρχοντας παντοτεινά, μένοντας απαράλλακτος. Πάνω από τους αγγέλους, ανώτερος από τις δυνάμεις των ουρανών. Νικώντας τη λογική σκέψη, ξεπερνώντας τη δύναμη του μυαλού, αδύνατο να τον δεις, μόνο να τον πιστέψεις …

Έριχνε το βλέμμα του στη Γη και την έκανε να τρέμει … Ποτάμια έβγαζε στην έρημο … Κι αυτός ο τόσο μέγας και τρανός πεθύμησε πόρνη. Γιατί; Για να την αναπλάσει από πόρνη σε παρθένα. Για να γίνει ο νυμφίος της. Τι κάνει; Δεν της στέλνει κάποιον από τους δούλους του, δεν στέλνει άγγελο στην πόρνη, δεν στέλνει αρχάγγελο, δεν στέλνει τα χερουβείμ, δεν στέλνει τα σεραφείμ. Αλλά καταφθάνει αυτός ο ίδιος ο ερωτευμένος.
 
Επεθύμησε πόρνη. Και τι κάνει; Επειδή δεν μπορούσε να ανέβει εκείνη στα ψηλά, κατέβηκε στα χαμηλά. Έρχεται στην καλύβα της. Τη βλέπει μεθυσμένη. Και με ποιό τρόπο έρχεται; Όχι με ολοφάνερη τη θεότητά του, αλλά γίνεται εντελώς ίδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεί, μήπως λαχταρήσει και του φύγει. Τη βρίσκει καταπληγωμένη, εξαγριωμένη, από δαίμονες κυριευμένη. Και τι κάνει; Την παίρνει και την κάνει γυναίκα του. Και τι δώρα της χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιο δαχτυλίδι; Το Άγιο Πνεύμα.

Έπειτα λέγει.
- Δεν σε φύτεψα στον Παράδεισο;

- Του λέγει, ναι.

- Και πώς ξέπεσες από εκεί;

- Ήλθε και με πήρε ο Διάβολος από τον Παράδεισο.

- Φυτεύτηκες στον Παράδεισο και σε έβγαλε έξω. Να, σε φυτεύω μέσα μου. Δεν τολμά να με πλησιάσει εμένα. Ο ποιμένας σε κρατάει και ο λύκος δεν έρχεται πια.

- Αλλά είμαι, λέγει, αμαρτωλή και βρώμικη.
- Μη μου σκοτίζεσαι, είμαι γιατρός.

Δώσε μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τι κάνει. Ήλθε να πάρει την πόρνη, όπως αυτή – το τονίζω – ήταν βουτηγμένη στη βρώμα. Για να μάθεις τον έρωτα του Νυμφίου. Αυτό χαρακτηρίζει τον ερωτευμένο: το να μη ζητάει ευθύνες για αμαρτήματα, αλλά να συγχωρεί λάθη και παραπατήματα.

Πιο πριν ήταν κόρη των δαιμόνων, κόρη της Γης, ανάξια για τη Γη. Και τώρα έγινε κόρη του βασιλιά. Και αυτό γιατί έτσι θέλησε ο ερωτευμένος μαζί της. Γιατί ο ερωτευμένος δεν πολυνοιάζεται για τη συμπεριφορά του. Ο έρωτας δεν βλέπει ασχήμια. Γι’ αυτό και ονομάζεται έρωτας, επειδή πολλές φορές αγαπά και την άσχημη. Έτσι έκανε και ο Χριστός. Άσχημη είδε και την ερωτεύτηκε και την ανακαινίζει.

το μεγάλο αξίωμα της πίστεως



Στην παρούσα λοιπόν περίσταση, εκείνο που σας ζητιέται είναι να βρεθεί καθένας σας συνειδητά πιστός (Πρβλ. Α Κορ. 4, 2). Το να εύρεις όμως έναν άνθρωπο πιστό στα έργα και στα λόγια, είναι πολύ δύσκολο (Πρβλ, Παροιμ. 20,6). Δεν το λέω αυτό βέβαια για να επιδείξεις σε μένα τη συνείδησή σου – γιατί δεν πρόκειται να λογοδοτήσετε σε κάποιον άνθρωπο (Παροιμ. 20, 6) – αλλά να φανερώσεις την άδολη πίστη σου στο Θεό «ο οποίος γνωρίζει τον έσω άνθρωπο με τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του» (Πρβλ. Ψαλμ. 7,10) και «ο οποί¬ος γνωρίζει τους διαλογισμούς των ανθρώπων» (Πρβλ. Ψαλμ. 93, 11). Είναι πολύ μεγάλο πράγμα ο πιστός άνθρωπος. Αυτός είναι πλουσιότερος και από τον πιο βαθύπλουτο άνθρωπο. Στον πιστό μπορεί κανείς να εμπιστευθεί όλου του κόσμου τα πλούτη (Πρβλ. Παροιμ. 17, 6α), γιατί τα έχει ξεπεράσει και τα έχει καταπατήσει. Γιατί, όσοι φαινομενικά μοιάζουν πλούσιοι και πολυκτήμονες, είναι φτωχοί στην ψυχή. Και όσο πιο πολλά μαζεύουν, τόσο κατακαίγονται από την επιθυμία αυτών που τους λείπουν. Με τον πιστό άνθρωπο όμως συμβαίνει αυτό το παράδοξο. Είναι πλούσιος μέσα στη φτώχεια του. Γιατί με το να γνωρίζει ότι αυτό που του χρειάζεται είναι να έχει τροφή και σκεπάσματα και με το να είναι αυτάρκης με αυτά (Πρβλ. Α΄ Τιμ. 6,8), έχει καταπατήσει την ανάγκη και την επιθυμία του πλούτου.

Νόμος και επιθυμία· δύο αιχμές αυτογνωσίας


Η καθολική κυριαρχία της δαιμονικής βίας, πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο, δεν αποτελούσε ασφαλώς οριστική και αμετάκλητη δουλεία του προσώπου αυτού σ’ ένα ακατανίκητο δυνάστη και εξουσιαστή της μοίρας του!

Αυτό το γεγονός το αντιλήφθηκε η ανθρωπίνη αυτοσυνειδησία, παρά την αμαύρωση του οπτικού της πεδίου από την παράβαση της εντολής του Θεού, τη στιγμή που ο Θεός κατεδίκαζε τον υποβολέα και πρωταίτιο αυτής της παραβάσεως αρχέκακο όφι, το διάβολο!

Εξάλλου η προειδοποίηση αυτή του Θεού (το “πρωτευαγγέλιο”) προς τον αρχέκακο αυτόν όφι, ότι θα έλθει η στιγμή, που θα συντριβεί η κεφαλή του και θα απολέσει το δαιμονικό, τον τόσο καταλυτικό για την ανθρωπίνη ελευθερία, δυναμισμό του, βρήκε μια ασφαλή, από δαιμονικές προσβολές αμνησίας της αγάπης του Θεού, θέση, σε κάποια άκρη της αυτοσυνειδησίας αυτής, όπου απέμεινε να σιγοκαίει μία σπίθα (παρήγορο υπόλειμμα) νηπτικών δυνάμεων του “κατ’ εικόνα”!

Η ανθρωπίνη αυτοσυνειδησία διατηρούσε πάντοτε, στον πιό εσώτερο χώρο της, την προειδοποίηση αυτή του Θεού, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε με μια λανθάνουσα, αλλά πάντως υπαρκτή, ανάμνηση, σημαντική της αληθινής (θεογενούς) ζωής και της πραγματικής ελπίδος και λυτρώσεως και σωτηρίας από το αδυσώπητο πέλμα της δαιμονικής βίας.

Το πρώτο στάδιο της θεϊκής διεργασίας της οικονομίας της απελευθερώσεως του ανθρώπου, από το θανάσιμο εγκλωβισμό του στην καταπίεση και καταδυνάστευση της δαιμονικής βίας, έπρεπε να είναι στάδιο αυτογνωσίας!

Έπρεπε να αντιληφθεί ο άνθρωπος και να κατανοήσει·

α) την αδιάκοπη μαρτυρία της παρουσίας του Θεού στη ζωή του και

β) τις πραγματικές, δικές του, ανθρώπινες δυνατότητες, για μια λυτρωτική προσπάθεια απελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της δαιμονικής βίας.

Και οι δύο αυτοί υπαρξιακοί (λανθάνοντες;) στόχοι του ανθρώπου, εποπτευόμενοι από την αγαθή πρόνοια του Θεού, ήταν ουσιαστικά στόχοι αυτογνωσίας, αφού το καθρέπτισμα της ταλαίπωρης ζωής του στην αίσθηση της παρουσίας του Θεού, θα έρριχνε “φως αληθινό” στην εικόνα του εαυτού, που προέκυψε από την τραγωδία της παραβάσεως του θελήματος του Θεού μέσα στον Παράδεισο!

Επομένως η σκληρή και μαρτυρική ζωή του ανθρώπου, όπως προαγγέλθηκε και περιγράφηκε από το Θεό, την ημέρα της εξόδου του αδαμικού ζεύγους από τον Παράδεισο, είχε ουσιαστικά το νόημα μιας πορείας αυτογνωσίας! Μιας πορείας προοδευτικής και σωτήριας αυτογνωσίας!

Ποιά θα ήταν άραγε η πρώτη μεγάλη θύρα αυτογνωσίας, που θα άνοιγε, ενώπιον του μαρτυρικού αυτού οδοιπόρου, η αγάπη του Θεού;

Σίγουρα ο νόμος! Δηλ. μια νέα εντολή για μια νέα επιλογή, για μια νέα ευκαιρία ενός νέου ξεκινήματος για τον κεντρικό υπαρξιακό στόχο του ανθρώπου· τη θέωση!

Όπως ήταν φυσικό, η ψυχολογία του παραβάτη της πρώτης εντολής διαμορφώθηκε, με την ανεπιτυχή υπαρξιακή του επιλογή, σε μια αυτοσυνειδησία ενός εαυτού εγκλωβισμένου, όπως ήδη υπομνήσθηκε “εν χώρα και σκιά θανάτου”. Ο αδαμικός άνθρωπος, εξερχόμενος από τη θανατηφόρα εμπειρία της επιλογής αυτής, ήταν πλέον αμετάκλητα συγκεχυμένος και διαταραγμένος.

Εξάλλου, επειδή όλες οι ψυχικές και πνευματικές του δυνάμεις διαβρώθηκαν και διασαλεύθηκαν, στο βαθμό μιας πραγματικής αλλοτριώσεως του θεοκτίστου εαυτού του, ο άνθρωπος αυτός δεν είχε καμμιά δυνατότητα, για μια υποψία έστω, αυτής της ενδοψυχικής του καταστάσεως!

Έτσι ζούσε, όπως ζούσε! Δηλ. ζούσε την ύπαρξή του χωρίς κανένα κριτήριο για μια σαφή και ενσυνείδητη διάκριση μεταξύ πονηρού και αγαθού. Κάθε πράξη του και κάθε εσώτερη αίσθηση των δρωμένων μέσα του είχε, για την αυτοσυνειδησία του, μια αξιολογικά ουδέτερη ποιότητα. Όλα όσα ζούσε και έπραττε, όσα διελογίζετο και όσα αποφάσιζε, είχαν το ίδιο αξιολογικό χρώμα και την ίδια ποιότητα και αξία!

Ένας τέτοιος τρόπος ζωής έδειχνε βέβαια, πρώτα- πρώτα, απουσία κάθε δυνατότητος αυτογνωσίας αλλά επίσης και μια αποτελμάτωση και υποταγή στην ασυδοσία των ποικίλων, πονηρών και κακοποιών, για την ανθρωπίνη φύση, απαιτήσεων της δαιμονικής λογικής και επομένως της δαιμονικής βίας.

Αν και, αμέσως μετά την παράβαση της εντολής του Θεού, η αντίδραση του παραβάτη αδαμικού άνθρωπου, να καλύψει με φύλλα συκής την ασχημοσύνη της εικόνος του εαυτού, έδειχνε ότι η ικανότητα της διακρίσεως μεταξύ πονηρού και αγαθού, ως απόκτημα της παραβάσεως αυτής, θα απέβαινε θετικός συμπαραστάτης στη μελλοντική υπαρξιακή πορεία του ανθρώπου, εν τούτοις η μακρόχρονη θητεία του ανθρώπου αυτού στη δουλεία της δαιμονικής βίας, αποδυνάμωσε το θετικό χαρακτήρα της ικανότητος της διακρίσεως αυτής, σε μηδενικό σχεδόν βαθμό, έτσι, ώστε η υποταγή του και η προσαρμογή του στις πονηρές υποβολές και απαιτήσεις της δαιμονικής βίας να αποτελεί πλέον το αμετάτρεπτο κατεστημένο του τρόπου της ζωής και της υπάρξεώς του.

“Έρρεγχε”, λοιπόν, ο παραβάτης της εντολής του Θεού άνθρωπος, μέσα στο βαθύ και τυφλωτικό ύπνο μιας κυριολεκτικά δαιμονικής αυτοσυνειδησίας, χωρίς καμμιά δυνατότητα αυ¬τοδύναμης αφυπνίσεώς του! Σ’ αυτή την κατάσταση δεν μπορούσε ο άνθρωπος αυτός να αντιληφθεί την κυριαρχία του πνευματικού θανάτου στη συνολική του ύπαρξη και ζωή. Έτσι, όπως ζούσε, νόμιζε ότι ζούσε!

Έπρεπε όμως να ξυπνήσει! Έπρεπε να του ανοιχθεί παράθυρο κάποιου δυνατού προβολέα, αφυπνιστικού της ναρκωμένης δαιμονικής του αυτοσυνειδησίας!

Αυτόν ακριβώς το ρόλο επρόκειτο να παίξει ο νόμος με την πρωτότοκη θυγατέρα του, την εντολή!

Ο Απόστολος Παύλος, στην προς Ρωμαίους επιστολή του και μάλιστα στα κεφ. 4-7 ξεκαθαρίζει, με θεοφώτιστη σαφήνεια, το πνευματικό νόημα και την αφυπνιστική, για την ανθρωπίνη αυτοσυνειδησία, λειτουργία του νόμου, που έδωσε ο Θεός στους Ισραηλίτες “διά Μωϋσέως”!

Όπου δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει παράβαση, θα υπογραμμίσει σε στυλ αξιώματος, λογικά και ηθικά μη αμφισβητουμένου.

Ο παραβάτης της εντολής του Θεού αδαμικός άνθρωπος, βγήκε από τον παράδεισο για να ξεκινήσει τη νέα υπαρξιακή του πορεία χωρίς γραπτό ή προφορικό νόμο! Χωρίς καμμιά εντολή, χωρίς κανένα κριτήριο της αξιολογικής ποιότητος των σκέψεων του και των πράξεων του. Ό,τι, επομένως, πονηρό και κακό έπραττε, δεν αποτελούσε παράβαση κάποιας συγκεκριμένης εντολής του Θεού, κάποιου κώδικα ηθικής και πνευματικής συμπεριφοράς!

Αλλά, όπως ήταν φυσικό, σ’ όλη αυτή την περίοδο της “αδιάκριτης” υπαρξιακής πορείας του ανθρώπου, υπήρχε στον κόσμο η αμαρτία, το κορυφαίο γέννημα και θανατηφόρο δηλητήριο της δαιμονικής βίας. Έτσι ο άνθρωπος ζούσε μέσα στην αμαρτία. Ήταν ολόκληρος η ίδια, η ένσαρκη αμαρτία, αφού ήταν “πεπραμένος” (πουλημένος) στην αμαρτία. Συγχρόνως όμως απουσίαζε κάθε δυνατότητα καταλογισμού και αποδείξεως, ότι ζώντας την αμαρτία, ήταν παραβάτης κάποιου νόμου ή κάποιας εντολής του Θεού!

“Μέχρι λοιπόν να εμφανισθεί ο νόμος (ο Μωσαϊκός), η αμαρτία υπήρχε στον κόσμο, ζωντανή και δραστήρια, αλλά δεν κατελογίζετο ως αμαρτία, εφ’ όσον δεν υπήρχε νόμος, που να αποκαλύπτει και να κάνει φανερή την αμαρτία μέσα στον κόσμο, δηλ. στην προσωπική ζωή και συμπεριφορά του άνθρωπου”.

Η δαιμονική επομένως λογική και η δαιμονική βία κυριαρχούσε ανεμπόδιστα (κυριολεκτικά “αλώνιζαν”) μέσα στο χώρο της ανθρωπίνης ζωής, χωρίς καμμιά δυνατότητα αποκαλύψεως (από οποιονδήποτε) της θανάσιμης, για το ανθρώπινο πρόσωπο, συμπεριφοράς της.

Αλλά ο νόμος, όπως δόθηκε, λειτουργούσε, ευθύς εξ αρχής, ως αποκάλυψη της πραγματικότητος και του ολεθρίου ρόλου της αμαρτίας, στη ζωή του προσώπου αυτού και άρα ως το πρώτο στάδιο της αυτογνωσίας του και της αισθήσεως της αξιολογικής λειτουργίας της ανθρωπίνης αυτοσυνειδησίας του.

— Ποιό ήταν όμως το κεντρικό ψυχοδυναμικό στοιχείο του ανθρωπίνου προσώπου, που προκάλεσε ο νόμος, ως ερέθισμα αυτογνωσίας, του προσώπου αυτού; Ασφαλώς η επιθυμία]

“Δεν εγνώρισα και δεν κατενόησα και δεν αντιλήφθηκα την ύπαρξη και το ρόλο της αμαρτίας παρά μόνο με το καθρέπτισμα της ζωής μου μέσα στο νόμο”. Και πιό συγκεκριμένα, δεν θα εγνώριζα ποτέ την επιθυμία, εάν ο νόμος (με τις εντολές του) δεν μου έλεγε· “Ουκ επιθυμήσεις”. Δεν θα επιθυμήσεις!

Να λοιπόν μια εισβολή αυτογνωσίας, με το αφυπνιστικό όχημα του νόμου, σ’ ένα κεντρικό υπαρξιακό πυρήνα της ανθρω¬πίνης ζωής· την επιθυμία!

Καθώς ζούσα, όπως ήθελα και όπως νόμιζα, δεν εγνώριζα, ότι ανταποκρινόμουνα, με άκριτο (ασυνείδητο;) τρόπο, σ’ ένα πλήθος (άγνωστο σ’ εμένα και ανεξάρτητο, από πλευράς βαθμού ψυχοδυναμικού αναγκασμού και βιαιότητος) επιθυμιών, ορμήσεων, ενστικτικών και άλλων ψυχοδυναμικών ροπών και διαθέσεων.

Έτσι η αυτοσυνειδησία της επιθυμίας μου, του επιθυμητικού ψυχοδυναμικού μου εαυτού, μου άνοιξε πράγματι μια διάπλατη θύρα αυτογνωσίας, με πρώτο στόχο την κατανόηση του τρόπου αλλά και του βαθμού της τυφλής υποταγής μου στις άλογες απαιτήσεις της ανελέητης, για τη μοίρα μου, δαιμονικής βίας!

-Αλλά πώς με είχε παγιδεύσει, άραγε, η δαιμονική βία στη δεσποτική της κυριαρχία και τυραννία;

-Μα, με την απάτη! Και να με ποιό τρόπο·

--------------------------

(Ιωάννη Κορναράκη, «Βία. Η οδός του Θεού», εκδ. Αφων Κυριακίδη, Θεσ/νἰκη, σ. 87-97)

http://www.pemptousia.gr