Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης κι η πνευματική κληρονομιά του



Οι συνθήκες της εποχής
Ο άγιος Νικόδημος εμφανίζεται στο προσκήνιο σε μια εποχή δύσκολη: Μετά από αιώνες δουλείας (τρεις σε κάποιες περιοχές, τέσσερις σε άλλες), ο Ορθόδοξος λαός μας βρίσκεται σε δυσχερή θέση.
Από τη μια, η φτώχεια, η καταπίεση και η αμάθεια οδηγούν πολλούς στον εξισλαμισμό, για λίγη οικονομική άνεση και αξιοπρεπή διαβίωση. Περιοχές ολόκληρες κοντεύουν να ξεχάσουν τα ελληνικά ή έχουν συντριπτικό ποσοστό αναλφαβητισμού και αδυνατούν ν’ αντιμετωπίσουν τους ξένους μισιονάριους που ζητούν να τους προσηλυτίσουν σε άλλα δόγματα και να τους αφελληνίσουν. (Είναι γνωστό πως το 1821 οι ρωμαιοκαθολικοί κάτοικοι των Κυκλάδων βοήθησαν τους Τούρκους ή, στην καλύτερη περίπτωση, τήρησαν ευμενή προς αυτούς ουδετερότητα.)
Από την άλλη, έρχονται οι σπουδαγμένοι στην Εσπερία και, στα σχολεία που ιδρύουν στις διάφορες πόλεις, μαζί με τις νέες ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών και τις προόδους των μαθηματικών, προπαγανδίζουν τον αγνωστικισμό ή την αθεΐα. Γιατί η σχολαστική θεολογία που γνώρισαν στη Δύση, δομημένη σε κάποιες αρχές και αξιώματα που δήθεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν οτιδήποτε, μια θεολογία, αποτέλεσμα διανοητικών διεργασιών, άρα κτιστή και ανεπαρκής για τον άνθρωπο, κατέρρεε στις συνειδήσεις πολλών μορφωμένων και, μαζί της, η πίστη τους στην ύπαρξη του Θεού. Όμως η Ορθόδοξη θεολογία είναι άλλη.  Αλλά τα κείμενα που τη διασώζουν αυθεντικά σπάνιζαν αυτά τα χρόνια.
Αν δει κανείς τις εκδόσεις της Τουρκοκρατίας, θα διαπιστώσει ότι ο πιστός λαός τρεφόταν πνευματικά κυρίως από λειτουργικά κείμενα, βίους Αγίων, με αρκετά μυθολογικά στοιχεία, ηθικολογικά κηρύγματα και ευσεβείς διηγήσεις, με κάποιες τους να έχουν στοιχεία τρόμου. Όσο κι αν αρκετοί βίωναν την ατμόσφαιρα των ιερών ακολουθιών και δέχονταν τη χάρη του Θεού που μετέδιδαν, ελάχιστοι καταλάβαιναν πλήρως τα κείμενα. Τα έργα των μεγάλων Πατέρων ήσαν άγνωστα είτε γιατί οι σχετικά λίγες μέχρι τότε έντυπες εκδόσεις ήσαν δυσεύρετες, είτε γιατί τα περισσότερα δεν είχαν εκδοθεί και βρίσκονταν σε δυσπρόσιτα χειρόγραφα. Ένας λόγος για τον οποίο βασικά κείμενα της Ορθοδοξίας παρέμεναν ανέκδοτα ήταν ότι, εκτός από τη Βενετία, οι άλλες ρωμαιοκαθολικές πόλεις, όπου κυρίως εκδίδονταν τα ελληνικά βιβλία, υπάκουαν στις παπικές εντολές που δεν επέτρεπαν την έκδοση Ορθοδόξων κειμένων, ούτε καν λειτουργικών.
Το έργο του
Ο άγιος Νικόδημος πηγαίνει στο Άγιο Όρος το 1775, σε ηλικία 26 ετών. Ήδη έχει λαμπρές σπουδές και Ορθόδοξη αγωγή. Αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Γένος και με ταπείνωση και αίσθημα ευθύνης αναλαμβάνει να βοηθήσει, το κατά δύναμιν.
Ξέρει ότι ο λαός κινδυνεύει να εξισλαμισθεί ή να φραγκέψει, όχι τόσο γιατί βρίσκεται μέσα στην ανέχεια ή γιατί του λείπουν τα όπλα ή η πολιτική οργάνωση, όσο γιατί δεν γνωρίζει σε βάθος την πίστη στην οποία ενστικτωδώς και εκ παραδόσεως στηρίζεται. Ξέρει ότι αυτή δεν είναι θέμα διανοητικό αλλά βιωματικό. Όπως φανερώνουν τα πατερικά κείμενα και οι βίοι των Αγίων, όσο αγωνίζεται κανείς τον αγώνα των πρακτικών αρετών, όσο προσπαθεί ν’ αποκτήσει ταπείνωση και αγάπη, τόσο ο νους του φωτίζεται από τον Θεό, δέχεται τη χάρη Του και γεύεται «γνωστώς και ευαισθήτως» πράγματα που ξεπερνούν την κτιστή και πεπερασμένη φύση του και τον εισάγουν στην αιωνιότητα. Τότε γίνεται πλούσιος υπέρ πάντα πλούτον και δυνατός υπέρ πάσαν δύναμιν. Δεν φοβάται μήπως τον ταπεινώσουν, τον απογυμνώσουν ή τον θανατώσουν, γιατί ήδη ζει με τον Θεό, μετέχει στην αιωνιότητα.
Ξέρει επίσης, ότι η Αλήθεια δεν αλλάζει με τις εποχές. Μόνο η έκφραση και η ορολογία μεταβάλλονται, ανάλογα και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όσων τη διατυπώνουν. Έτσι, αναλαμβάνει να φωτίσει τον λαό με κείμενα, είτε στη δημώδη γλώσσα της εποχής του, είτε στο πρωτότυπο, με πολλές επεξηγήσεις. Άλλοι, όπως ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, του οποίου ο αδελφός Χρύσανθος υπήρξε δάσκαλος του Νικοδήμου, το κάνουν με το κήρυγμα και την ίδρυση σχολείων. Ο Νικόδημος το κάνει με τα βιβλία του.
Το 1777, σε ηλικία 28 ετών, αναλαμβάνει να ελέγξει και αποκαθάρει από τα λάθη το χειρόγραφο της «Φιλοκαλίας των ιερών νηπτικών» που του εγχειρίζει ο άγιος Μακάριος Νοταράς, δηλαδή της συλλογής ασκητικών και νηπτικών κειμένων από τον 4ο μέχρι τον 14ο αιώνα, να συντάξει τους βίους των ανθολογουμένων συγγραφέων και να γράψει το προοίμιο. Η ανθολογία θα εκδοθεί το 1782, θα μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και θα αποτελέσει βιβλίο αναφοράς για την Ορθόδοξη πνευματικότητα. Το 1783 θα εκδοθεί ο «Ευεργετινός», συλλογή πιο πρακτικών ασκητικών κειμένων που έγινε τον 11ο αιώνα, την οποία ο Νικόδημος αντιγράφει από αγιορείτικα χειρόγραφα και αποκαθαίρει, συντάσσοντας και πάλι το προοίμιο. Ακολουθούν η «Αλφαβηταλφάβητος» του αγίου Μελετίου του ομολογητού (θα εκδοθεί μόλις το 1928), τα άπαντα του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου, το «Θεοτοκάριον το νέον» (κανόνες προς την Υπεραγία Θεοτόκο), τα άπαντα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τα χειρόγραφα των οποίων, δυστυχώς, θα χαθούν στη Βιέννη, η Ερμηνεία στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου (διασκευή και εμπλουτισμός της σχετικής ερμηνείας του Θεοφυλάκτου Αχρίδος), η Ερμηνεία στις λοιπές επιστολές της Καινής Διαθήκης, η Ερμηνεία του Ψαλτηρίου με βάση την εξήγηση του Ευθυμίου Ζιγαβηνού, ο «Κήπος χαρίτων» (ερμηνεία στις εννέα Ωδές), το Απάνθισμα εκ των Ψαλμών, οι ερωταποκρίσεις των οσίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου, το «Εορτοδρόμιον» (ερμηνεία των κανόνων των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών) και η «Νέα Κλίμαξ» (ερμηνεία των Αναβαθμών της Οκτωήχου).
Μέσα στη μέριμνά του για την πνευματική τροφοδοσία του δοκιμαζόμενου λαού μας, επεξεργάζεται τον Συναξαριστή του Μαυρικίου, αποκαθαίροντάς τον από κάποια μυθολογικά στοιχεία, πλουτίζοντάς τον με πλήθος υποσημειώσεων και μεταφράζοντάς τον σε μια χυμώδη δημοτική της εποχής του. (Η γλώσσα αυτή ξένισε τον εκδότη της δεύτερης έκδοσης, που αντικατέστησε πλήθος λαϊκών λέξεων με αντίστοιχες της καθαρεύουσας. Ευτυχώς σήμερα έχουμε την έκδοση του “Δόμου”, τη μόνη που αναπαράγει την πρώτη.) Εκτός από τον “Συναξαριστή των δώδεκα μηνών του ενιαυτού”, όπως τον τιτλοφόρησε, που παρουσιάζει συντετμημένους βίους Αγίων, μεταφράζει επιλεγμένους εκτενείς βίους και τους εκδίδει στο “Νέον Εκλόγιον”, φροντίζοντας η γκάμα του να εκτείνεται σε όλους τους αιώνες και να περιλαμβάνει αγίους επισκόπους, κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς ποικίλων επαγγελμάτων και κοινωνικών θέσεων, για να υποδείξει στον καθένα τον δρόμο προς την αγιότητα. Ακόμα, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των αθρόων εξισλαμισμών, συλλέγει μαρτυρολόγια της Τουρκοκρατίας, τα επιμελείται, τα μεταφράζει και τα εκδίδει στο “Νέον Μαρτυρολόγιον” το 1799, με ένα θαυμάσιο προοίμιο όπου προτρέπει τους πιστούς να παραμείνουν αμετακίνητοι στην πίστη, μιμούμενοι τους Νεομάρτυρες, και τους αλλαξοπιστήσαντες να επανέλθουν στην Ορθοδοξία. Το βιβλίο αυτό συντελεί στην ανάσχεση των αθρόων εξισλαμισμών, βοηθά πολλούς να αποκτήσουν συνείδηση της πίστεώς τους και οδηγεί άλλους, αλλαξοπιστήσαντες κυρίως, στο μαρτύριο. Τα αγιολογικά έργα του αγίου Νικοδήμου σταδιακά εκτοπίζουν τις προγενέστερες συλλογές βίων Αγίων, που είχαν δεκάδες εκδόσεις ανά τίτλο, και φτάνουν να κυριαρχούν στον Ορθόδοξο χώρο.
Η αγάπη του προς τους Αγίους και η μέριμνά του για τη διάδοση της τιμής τους στον Ορθόδοξο κόσμο τον οδηγεί να  συνθέσει πλήθος Ακολουθιών (γύρω στις 60) ή να συμπληρώσει ήδη υπάρχουσες. Οι περισσότερες απ’ αυτές παραμένουν ανέκδοτες και σώζονται σε αγιορείτικες βιβλιοθήκες. Ξεχωρίζει η Ακολουθία που συνέθεσε προς τιμήν των Οσίων του Άθω, με θαυμαστό εγκώμιο, όπου συνοπτικά βιογραφεί όλους τους Αγίους του Όρους. Οι Αθωνίτες Όσιοι για πρώτη φορά υμνολογούνται κι εγκωμιάζονται συλλογικά. Επίσης, εκδίδει και τους οκτώηχους κανόνες του Ιωσήφ του υμνογράφου στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, αποκαθαίρει και εκδίδει το “Εγχειρίδιον” με τα εγκώμια του Επιταφίου, καθώς και το μέγα Ευχολόγιον, για να έχουν οι ιερείς μια εύχρηστη και ακριβή έκδοση.
Για να βοηθήσει εξομολόγους και εξομολογούμενους, συντάσσει και εκδίδει το 1794 το “Εξομολογητάριον”, με συμβουλές και για τους δύο, βάσει των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας. Αργότερα αναλαμβάνει το τιτάνιο έργο της συλλογής και κωδικοποιήσεως αυτών των Κανόνων, καθώς και των ερμηνειών τους από τους έγκριτους κανονολόγους, τους συνθέτει, παρουσιάζοντας τη συμφωνία των συντακτών τους, και τους εκδίδει στο “Πηδάλιον” το 1800, με πλήθος υποσημειώσεων και παραπομπών που μαρτυρούν την εξαίρετη μνήμη και τις θαυμαστές συνθετικές του δυνατότητες. Αυτό το έργο καθοδηγεί τους Ορθοδόξους εξομολόγους ανά τον κόσμο μέχρι σήμερα.
Στη μέριμνά του για την πνευματική καλλιέργεια των πιστών, μη θέλοντας να προβάλλει τον εαυτό του, επεξεργάζεται και βιβλία άλλων συγγραφέων, συνήθως αλλάζοντάς τα ριζικά και πολλαπλασιάζοντας τον όγκο τους, όπως το “Περί συνεχούς θείας μεταλήψεως” του Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτη και τα “Πνευματικά γυμνάσματα” και τον “Αόρατο πόλεμο”, τα οποία ανακάλυψε ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς στην πατμιακή βιβλιοθήκη, μεταφρασμένα από τα ιταλικά, και τα έδωσε στον άγιο Νικόδημο, να τα επεξεργαστεί και να τα ορθοδοξοποιήσει.
Τέλος, συντάσσει και εκδίδει κάποια εντελώς δικά του έργα. Σε ηλικία 32 ετών, ζώντας ερημικά στο ερημονήσι Σκυροπούλα, χωρίς κανένα βιβλίο μαζί του, συγγράφει το “Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον περί φυλακής των πέντε αισθήσεων”, όπου εκθέτει την ασκητική και πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας, με πλήθος αγιογραφικών και πατερικών παραπομπών από μνήμης, για να ενισχύσει πνευματικά τον εξάδελφό του Ιερόθεο, επίσκοπο Ευρίπου, που του το ζήτησε. (Το βιβλίο πρωτοεκδίδεται το 1801.) Αργότερα συγγράφει τη “Χρηστοήθεια” με ηθικές συμβουλές προς τους πιστούς (πραγματοποιεί πέντε εκδόσεις από το 1803 ώς το 1816), και, προς το τέλος της ζωής του, για να απαντήσει στις ποικίλες εναντίον του συκοφαντίες, συντάσσει την “Ομολογία πίστεως”, όπου φαίνεται η καθαρότητα του Ορθόδοξου φρονήματός του.
Μέχρι το 1809, που εκοιμήθη εν Κυρίω, δηλαδή σε διάστημα 32 χρόνων, ο άγιος Νικόδημος συνέθεσε 120 περίπου έργα, που αν εκδίδονταν όλα μαζί, θα συγκροτούσαν 30 μεγάλους τόμους. Πολλά παραμένουν ανέκδοτα, ενώ αρκετά εκδόθηκαν μετά θάνατον, λόγω των δυσκόλων περιστάσεων της εποχής και της ανέχειας στην οποία ζούσε ο Άγιος και οι συμμοναστές του. (Κάποια παραχαράχτηκαν από τους επιμελητές τους, λόγω της αποστάσεως από τον τόπο εκδόσεως ή του μεσολαβήσαντος θανάτου του συγγραφέα.) Έτσι, αυτός ο ταπεινός μοναχός αναδείχθηκε ο πολυγραφότερος Αγιορείτης και πιθανότατα ο πολυγραφότερος από τους Πατέρες της 2ης μ.Χ. χιλιετίας.
Έζησε πολύ ασκητικά, στην ι. Μονή Διονυσίου αρχικά και σε διάφορες καλύβες της Καψάλας στη συνέχεια, συνήθως ως υποτακτικός ή φιλοξενούμενος άλλων γεροντάδων. Κυκλοφορούσε ρακένδυτος και με γουρουνοτσάρουχα, αυτός του οποίου τις συμβουλές ζητούσαν πατριάρχες, επίσκοποι αλλά και απλός λαός. Κι όχι μόνο δεν ξυπάστηκε από την αναγνώριση, αλλά και παραπονιόταν γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και πολλά από τα βιβλία του κυκλοφόρησαν ανωνύμως ή με ονόματα κάποιων άλλων που ελάχιστα συνέβαλαν γι’ αυτά.
Στις έριδες για το θέμα των μνημοσύνων και της συχνής θείας μεταλήψεως πήρε το μέρος των αποκαλούμενων “κολλυβάδων”, στοιχώντας στην εκκλησιαστική παράδοση, χωρίς όμως να επιτίθεται με ανοίκειους χαρακτηρισμούς στους αντιπάλους του, όπως συχνά συνέβαινε και από τις δύο πλευρές. Γι’ αυτό και παρέμεινε στο Άγιο Όρος και δεν διώχθηκε όπως οι περισσότεροι επώνυμοι “κολλυβάδες”.
Το έργο του είναι διδασκαλία και μαθητεία Ορθοδοξίας. Ενώ θα μπορούσε να συγγράψει πολλά, αν κρίνουμε από τα τέσσερα καταδικά του βιβλία σε πεζό λόγο, τις χιλιάδες επεξηγήσεις, τα πολλά προοίμια, εγκώμια, πανηγυρικούς λόγους και Ακολουθίες που συνέθεσε, προτίμησε ν’ αφήσει τους προγενέστερούς του Πατέρες να μιλήσουν στον λαό, κι αυτός να τους σχολιάζει, επεξηγεί, υπομνηματίζει, μεταφράζει… Να σημειώσουμε εδώ ότι οι μεταφράσεις του θυμίζουν αυτές του Παπαδιαμάντη: Έχει την ελευθερία να παραλείπει ή να προσθέτει αποσπάσματα, για να καθιστά το κείμενο πιο εύληπτο ή, σε κάποιες περιπτώσεις, περισσότερο Ορθόδοξο. Το τελευταίο συνέβη με τα βιβλία “Περί συνεχούς θείας μεταλήψεως”, “Πνευματικά γυμνάσματα” και “Αόρατος πόλεμος”.
Κάποιες ενστάσεις
Για τα δύο τελευταία έχει γίνει κάποιος θόρυβος, ότι τάχα εισάγουν τη ρωμαιοκαθολική ευσέβεια στη χώρα μας. Όμως, αφενός μεν ο άγιος Νικόδημος δεν τα μετέφρασε ο ίδιος αλλά τα παρέλαβε σε χειρόγραφες μεταφράσεις χωρίς να γνωρίζει τον συγγραφέα τους1 και ανέλαβε να τα επιμεληθεί και ορθοδοξοποιήσει, αυξάνοντας κατά πολύ τον όγκο τους. Αφετέρου δε, ήταν κι αυτός τέκνο της εποχής του και, αν υπάρχει κάποια ευσεβιστική χροιά, αυτή αντανακλά την τότε περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Τελευταία κατηγορήθηκε με έμφαση κυρίως για το “Πηδάλιον”, αλλά και για το “Εξομολογητάριον”. Όμως το υλικό που παραθέτει δεν είναι δικό του αλλά των αγίων Πατέρων. Αυτός απλώς το κωδικοποίησε και το υπομνημάτισε. Κι αν κάπου έχει κάποιες απόψεις που μπορεί να χαρακτηριστούν νομικίστικες, αυτές αφενός μεν μαρτυρούν ελαφρά επιρροή των αντιλήψεων της εποχής του, όπως προαναφέραμε, αφετέρου δε είναι σταγόνα μπροστά στον ωκεανό του έργου του. Κι είναι πολύ άδικο να μιλά κανείς για «τον Θεό του Αυγουστίνου, του Άνσελμου και του Νικοδήμου, τον τρομοκράτη Θεό των σαδιστικών απαιτήσεων δικαιοσύνης»”2, τη στιγμή που στα πολλά έργα του φαίνεται η συμπαθούσα καρδιά του και παρουσιάζεται ο Θεός ως ελεήμων και εύσπλαγχνος. Αν δε δει κανείς μόνο τον κατάλογο των πατερικών και αγιολογικών κειμένων που εξέδωσε, υπομνημάτισε και μετέφρασε ο Άγιος, θα συνειδητοποιήσει πως πρόκειται για τον ανθό της ασκητικής και νηπτικής γραμματείας της Εκκλησίας μας, τα οποία κάθε άλλο παρά ένα θεό τιμωρό, σαν του Ανσέλμου, παρουσιάζουν. Κι αυτή η συνειδητή επιλογή τους μας υποψιάζει λίγο για τα βάθη της καρδιάς και τις πεποιθήσεις του Αγίου. Το ίδιο μαρτυρούν κι οι Ακολουθίες του.
Η πνευματική κληρονομιά του
Η Φιλοκαλία, που μεταφράστηκε ταχύτατα από τον άγιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι και διαδόθηκε σε λίγα χρόνια στη Μολδαβία και στη Ρωσία, άλλαξε άρδην την πνευματική ζωή μοναστηριών, ασκητών και λαϊκών. Πυροδότησε την εμφάνιση μεγάλων στάρετς που πολέμησαν την εκκοσμίκευση ι. μονών και σκητών και τις έκαναν κέντρα ασκητισμού και πνευματικότητας όπου καθημερινά προσέτρεχαν πλήθη πιστών για πνευματική καθοδήγηση. Τη μεγαλύτερη ακμή παρουσίασε η μονή της Όπτινα κι έναν από τους στάρετς αυτής της μονής σκιαγραφεί ο Ντοστογιέφσκι στο πρόσωπο του Ζωσιμά των “Αδελφών Καραμαζώφ”. Όπως φαίνεται από τις σημειώσεις του, ο ρώσος συγγραφέας είχε μελετήσει αρκετή νηπτική γραμματεία (ιδιαίτερα τον αββά Ισαάκ τον Σύρο). Η καλλιέργεια του ρωσικού λαού δια των στάρετς, της Φιλοκαλίας και των λοιπών πνευματικών συγγραμμάτων, τον βοήθησε να βιώσει βαθύτερα την Ορθόδοξη παράδοσή του και ν’ αντέξει τη λαίλαπα του “υπαρκτού σοσιαλισμού” και τις δεκαετίες διωγμών που ακολούθησαν. Κάποιοι στάρετς, που ζούσαν στις πόλεις άγνωστοι για τους πολλούς, βοήθησαν τους απλούς πιστούς ν’ ανταπεξέλθουν τις δοκιμασίες και μεταλαμπάδευσαν το πνεύμα της Φιλοκαλίας μέχρι σήμερα που μια νέα άνθιση Ορθόδοξης πνευματικότητας και μοναχισμού παρουσιάζεται στη Ρωσία.
Στην Ελλάδα η διδασκαλία του αγίου Νικοδήμου ζωογόνησε τον λαό με τα καθάρια νάματα της Παραδόσεώς μας, τον ενίσχυσε ν’ αντέξει το υπόλοιπο της Τουρκοκρατίας, όχι μόνο να μη χάσει την πίστη του αλλά και να τη ζήσει βαθύτερα. Του έδωσε και τη δύναμη να μη λυγίσει από τη λαίλαπα της βαυαροκρατίας που έκλεισε τα 4/5 των μοναστηριών του νεοσύστατου κράτους, όριζε κατά βούλησιν τα μέλη της Ι. Συνόδου, την ανάγκασε να συστήσει στους κάτω των 40 ετών μοναχούς και μοναχές των καταργημένων μοναστηριών να παντρευτούν, πούλησε τα ιερά κειμήλιά τους στα παζάρια, κατεδάφισε 70 ι. ναούς στην Αθήνα και προσπάθησε να εισαγάγει αλλότρια ήθη.
Οι περισσότεροι “κολλυβάδες”, μετά τον διωγμό τους από το Άγιο Όρος, διασκορπίστηκαν στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί ίδρυσαν μοναστήρια που λειτουργούσαν κατά το αγιορείτικο τυπικό, με έμφαση στη λατρευτική ζωή, στην ευχή του Ιησού και στη συχνή θεία μετάληψη, και έθεσαν τη σφραγίδα τους στις τοπικές κοινωνίες. Στο Άγιο Όρος αυτές οι τάσεις συνεχίστηκαν περισσότερο στις ασκητικές καλύβες, παρά στα μοναστήρια και στα κελλιά με τις μεγάλες συνοδείες και τις πολλές δραστηριότητες. Επανήλθε όμως το “κολλυβάδικο” πνεύμα και η συχνή θεία μετάληψη στα μοναστήρια, με τη μετατροπή κάποιων απ’ αυτά σε κοινόβια και την έλευση νέων αδελφοτήτων σε άλλα στις δεκαετίες του 1970 και του 1980.
Ένα άλλο φαινόμενο το οποίο ποθούσε και ευχόταν ο άγιος Νικόδημος πραγματοποιήθηκε από τους μαθητές του στα προεπαναστατικά και στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Εννοώ την αναβίωση του γυναικείου μοναχισμού στα νησιά, με την ίδρυση πολλών μοναστηριών, που οδήγησε στη σημερινή άνθισή του πανελληνίως.
Τα έργα του αγίου Νικοδήμου κυριαρχούν στην εκδοτική παραγωγή των χρόνων 1782-1819, όταν εκδίδονται τα περισσότερα βιβλία του. Όπως σημειώνει ο Φίλιππος Ηλιού, την περίοδο του ύστερου Διαφωτισμού (1801-1820), παρ’ όλο που η κυκλοφορία του κοσμικού βιβλίου είχε αυξηθεί σημαντικότατα σε σχέση με το παρελθόν, το 41% των ελληνικών εκδόσεων είναι θρησκευτικές3 (αν όμως υπολογίσει κανείς τον αριθμό των αντιτύπων κάθε βιβλίου, ξεπερνούν σημαντικά το μισό των τυπωμένων σωμάτων). Μέσα σ’ αυτές κυριαρχούν τα νικοδημικά βιβλία. Την ίδια περίοδο στο Άγιο Όρος, στην Πελοπόννησο και στα νησιά η συντριπτική πλειοψηφία των συνδρομητών των εκδιδομένων βιβλίων παραγγέλνει έργα του αγίου Νικοδήμου, όπως προσθέτει ο Ηλιού4. Αν εξαιρέσουμε τον Άθω, οι άλλες δύο περιοχές θ’ αποτελέσουν τα 2/3 του νεοσύστατου κράτους. Μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι οι κάτοικοί τους, με την απελευθέρωση και εν όψει των δοκιμασιών που προανέφερα, θα είναι μπολιασμένοι στην Ορθοδοξία από τα νικοδημικά έργα. Ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης, ο μείζων και ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους του 19ου αιώνα, είχαν πολλούς συγγενείς ηγουμένους και μοναχούς, μυήθηκαν απ’ αυτούς στην Ορθόδοξη πνευματικότητα, την παρουσίασαν σαρκωμένη στη ζωή και στα κείμενά τους και ποδηγετούν ακόμα τους Έλληνες (ας θυμηθούμε τη ρήση του Ελύτη: “Όταν βρίσκεστε σε δύσκολες στιγμές, αδελφοί, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό, μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.”).
Έτσι, τα νάματα του αγίου Νικοδήμου μάς αρδεύουν μέχρι σήμερα. Η “πνευματική” ηγεσία του τόπου όμως θέλει να τον ξεχάσουμε. Τα σχολικά βιβλία, ενώ ασχολούνται με ελάσσονες λογίους του Διαφωτισμού, που ελάχιστα επηρέασαν τους Έλληνες της εποχής τους, αν κρίνουμε από την κυκλοφορία και διάδοση των βιβλίων τους, δεν ξέρω αν αναφέρουν καν τον άγιο Νικόδημο ή τον μέγα απόστολο του Γένους άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, που δέσποσαν στις συνειδήσεις των πολλών κατά την προεπαναστατική περίοδο. (Είναι χαρακτηριστικό πως ο Κ. Θ. Δημαράς, εισηγητής αυτής της τάσης στην Ελλάδα, ενώ, από τις 946 σελίδες της “Ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας”, αφιερώνει κοντά στις εκατό στους λογίους του Διαφωτισμού, δίνει μόλις μία και κάτι στον άγιο Κοσμά και τρεισήμισι στον Παπαδιαμάντη, προσπαθώντας εμφανώς ν’ απαξιώσει το έργο του με όσα γράφει γι’ αυτόν. Τον δε άγιο Νικόδημο, τον συγγραφέα με τις μεγαλύτερες κυκλοφορίες κατά την περίοδο 1782-1845, ούτε που τον μνημονεύει!)
Τον Παπαδιαμάντη τον επανέφεραν δυναμικά στο προσκήνιο οι ομότεχνοί του, και σήμερα θεωρείται ο μέγιστος των πεζογράφων μας, κάτι που ο Νίκος Τριανταφυλλόπουλος αποκάλεσε “νίκη των ποιητών”. Θα έλεγα, και νίκη του αγίου Νικοδήμου, από το πνευματικό περιβάλλον του οποίου ξεπήδησε ο κυρ Αλέξανδρος.


πηγή: Αντίφωνο

Δύο προφητείες του Αγίου Σεραφείμ της Βίριτσα

 Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα
«...θα έλθει καιρός που όχι οι διωγμοί αλλά
τα χρήματα και τα αγαθά αυτού του κόσμου θα απομακρύνουν τους ανθρώπους από τον Θεό. Και θα χαθούν ψυχές πολύ περισσότερες από ότι τον καιρό των διωγμών. Από την μία θα χρυσώνουν τους τρούλους και θα βάζουν επάνω τους τούς σταυρούς και από την άλλη παντού θα βασιλεύει κακία και ψεύδος. 
Η αληθινή Εκκλησία πάντα θα διώκεται. Αυτοί που θέλουν να σωθούν, θα σώζονται με τις ασθένειες και τις θλίψεις. Ο τρόπος που θα γίνονται οι διωγμοί θα είναι πολύ πονηρός και θα είναι πολύ δύσκολο κανείς να προβλέψει τους διωγμούς. Φοβερός θα είναι αυτός ο καιρός, λυπάμαι αυτούς που θα ζούνε τότε»
«...θα έλθει εποχή που η διαφθορά και η ακολασία μεταξύ των νέων θα φτάσει σε έσχατο σημείο. Παρθένοι νέοι σχεδόν δεν θα υπάρχουν. Θα βλέπουν την ατιμωρησία τους και θα νομίζουν ότι όλα τους είναι επιτρεπτά για να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους...
Θα τους καλέσει, όμως, ο Θεός και θα καταλάβουν ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουν μια τέτοια ζωή και με διάφορους τρόπους θα οδηγηθούν στον Θεό. Σε πολλούς θα υπάρχει τάση προς την ασκητική ζωή. Αυτοί που παλιά ήταν αμαρτωλοί και οινοπότες θα γεμίσουν τις εκκλησίες και θα αισθανθούν μεγάλη δίψα γιά την πνευματική ζωή. Πολλοί θα γίνουν μοναχοί. Θ' ανοίξουν τα μοναστήρια και οι εκκλησίες θα είναι γεμάτες πιστούς. Το ότι σήμερα αμαρτάνουν πολύ, θα τους οδηγήσει σε πιο βαθιά μετάνοια.
Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα

Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης (+27/2/1998)

Η μαθητεία του στον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή.
Ο Γέροντας Ιωσήφ έμενε τότε στον Άγιο Βασίλειο, το υψηλότερο ασκητικό μέρος πάνω από τα Κατουνάκια, παράλληλο σε υψόμετρο με την Κερασιά. Κυρίαρχος Μονή των ασκητικών αυτών περιοχών είναι η Μεγίστη Λαύρα. Σε αυτά τα ερημικά μέρη ησύχαζε ο Γέροντας μας. Εκεί τον γνώρισε ο αείμνηστος Γέροντας Εφραίμ.
Τον επισκέφθηκαν με τον Γέροντα Νικηφόρο, που είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στον Γέροντα Ιωσήφ. Όπως μας έλεγε ο ίδιος, του προκάλεσε συγκίνηση και θαυμασμό η ερώτηση του Γέροντος Ιωσήφ προς τον Γέροντά του, που έγινε κατά την πρώτη συνάντησή τους. Δεν αναφερόταν στο εργόχειρο ή την ικανότητα του υποτακτικού στις διάφορες εργασίες της καλύβης.
Ο Γέροντας ρώτησε: « Κάνει, παπά Νικηφόρε, ο Εφραίμ υπακοή;». Ο παπα Εφραίμ μας έλεγε γι’ αυτήν την ερώτηση κατά την πρώτη συνάντησή τους. « Αυτό με συγκλόνισε. Αισθάνθηκα ότι μέσα σε αυτόν τον Γέροντα υπάρχει ζωή και Χάρις, γιατί αυτή την ερώτηση από κανένα άλλον δεν την είχα ακούσει. Ευτυχώς που ο παπα Νικηφόρος δεν με εμπόδιζε να επισκέπτομαι και να διδάσκομαι από αυτόν την Πατερική παράδοση».
Όλα τα ερωτήματα του, αλλά και όσα η απειρία του προκαλούσε, θα εύρισκαν τώρα απαντήσεις και ερμηνεία. Αυτό πραγματοποιήθηκε με την γνωριμία και τον σύνδεσμό του με τον Γέροντα Ιωσήφ. Πολύ σύντομα διδάχθηκε το νόημα του πνευματικού νόμου και την ευμέθοδο πάλη του αοράτου πολέμου, που του έγιναν ισόβια καθήκοντα και έπαθλα του ζήλου και της ευλαβείας του.
Μας έλεγε ότι είχε λογισμούς να φύγει από τον Γέροντά του, γιατί δεν βρήκε τίποτε πνευματικό. Ο Γέροντας Ιωσήφ τον συμβούλευσε να μην φύγει, αλλά να παραμείνει με ταπεινό φρόνημα και θα τον βοηθούσε αυτός πνευματικά. « Έβλεπε μέσα μου, όλο τον εαυτό μου. Με λεπτομέρεια μου ερμήνευε το τι θα μου συμβεί μέχρι τέλους της ζωής μου. Τώρα που τα βλέπω, καταλαβαίνω τι σημαίνει άνθρωπος του Θεού, τι σημαίνει άγιος».
Μια μέρα μετά την Λειτουργία τον κράτησε κοντά του και του είπε: « Ξέρω τους λογισμούς σου και όλη την κατάστασή σου. Μην φοβάσαι. Δεν θα σε αφήσω μόνο». Άρχισε να του ερμηνεύει περί πράξεως και θεωρίας, ειδικά δε τους καρπούς της νηπτικής εργασίας, που προκαλεί η εσωστρέφεια.
« Η θεία Χάρις που ήδη ενδημεί στην ψυχή σου θα αυξηθεί όπως Αυτή γνωρίζει και θα σου γίνεται “ τα πάντα εν πάσι”. Στις απότομες δυσκολίες θα μορφοποιείται σε εικόνες και σχήματα και θα σε βοηθεί. Θα σε ειρηνοποιεί στις ταραχές, θα σου ανοίγει τον νου να καταλαβαίνεις τα μυστήρια της θείας Προνοίας, που θα συναντάς».
Του όρισε ένα πρόγραμμα ως πρώτη αρχή. « Θα αρχίσεις να λες την ευχή “ Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με” για μία ώρα. Να το πεις όμως στον Γέροντά σου για να μην θεωρηθεί δικό σου θέλημα». Ο Γέροντάς του, απλός όπως ήταν, δεν κατάλαβε τι σημαίνει αυτό και δεν τον εμπόδισε.
Όταν ξαναπήγε για Λειτουργία, τον ρώτησε ο Γέροντας Ιωσήφ, αν κράτησε το πρόγραμμα. Αυτός απάντησε: « Γέροντα, με αυτήν την ευχή από τα μάτια μου τρέχουν ποτάμι τα δάκρυα και μέσα μου αισθάνομαι σαν αναβρασμό. Μια φωτιά καίει στην καρδιά μου για τον Χριστό». Από τότε με την συμπαράσταση του Γέροντος Ιωσήφ άρχισε να μυείται στα μυστήρια της νηπτικής εργασίας. Αυτή η εργασία προκαλεί την κάθαρση της καρδίας και τον θείο φωτισμό. Έτσι αναδείχθηκε αθωνικός φωστήρας για παρηγοριά μας στους τα «τέλη των αιώνων καταντήσαντας».
Ως ιερέας, ο παπα-Εφραίμ, είχε την δυνατότητα να επισκέπτεται πιο συχνά τον Γέροντά μας Ιωσήφ. Τρεις ή τέσσερεις φορές την εβδομάδα ανέβαινε για την τέλεση της θείας Λειτουργίας. Από τα Κατουνάκια προς τον Άγιο Βασίλειο ήταν αρκετή ανηφόρα. Η νεανική ηλικία και ο πνευματικός ζήλος του παπα-Εφραίμ τα υπερέβαιναν. Μάλιστα οι διηγήσεις των παλαιών Πατέρων μας, τον ερέθιζαν προς φιλοπονία, την περιεκτική ενέργεια της προκοπής.
Πολλές φορές από το ζήλο του να βρεθεί κοντά στον “ δάσκαλό” του, έτσι ονόμαζε τον Γέροντα, πήγαινε νωρίτερα και καθόταν στο πεζούλι περιμένοντας να του ανοίξουν. Το τυπικό του Γέροντος Ιωσήφ ήταν αυστηρό και απαραβίαστο. Το τηρούσαν με ακρίβεια και ικανοποιούσε τον νέο ιερομόναχο αθλητή στην αρχική πορεία του ζήλου του, αφού άμαθε την σημασία της φιλοπονίας, στην οποία υπάρχει το πλήρωμα της άρσεως του σταυρού.
Το πρόγραμμα του Γέροντος Ιωσήφ συνοπτικά ήταν το ακόλουθο. Τέλεση Εσπερινού με κομποσχοίνι. Επίσημο γεύμα και μετά ξεκούραση με ύπνο. Έγερση, μικρή περισυλλογή και ένας καφές. Μετά ο καθένας αποσυρόταν και άρχιζε την αγρυπνία με κομποσχοίνι, μέχρι τα μεσάνυκτα. Στην συνέχεια άρχιζε η θεία Λειτουργία, με ησυχία και γαλήνη, αυτήν που απαιτεί η εσωστρέφεια.
Το βάθος αυτού του μυστηρίου της «εν πνεύματι και ησυχία» λατρείας, που τελειοποιούσε η θεία Λειτουργία, πάντοτε με συγκίνηση και έξαρση προσπαθούσε να μας μεταδώσει, να μας πληροφορήσει, επειδή πάντοτε το “έπασχε” ο οσιώτατος Γέροντας μας.
Επειδή η ζωή στην περιφέρεια του Αγίου Βασιλείου δεν ήταν υποφερτή, μετακινήθηκαν σε χαμηλότερα μέρη, στην Μικρή Αγία Άννα, παίρνοντας μαζί τους τα μηδαμινά υπάρχοντά τους.[...] Στην Μικρή Αγία Άννα παρέμεινε σχεδόν δύο μήνες ο παπα Εφραίμ κοντά στον Γέροντά και μυήθηκε στα μυστικότερα της ησυχαστικής ζωής και τα μυστήρια του πνευματικού νόμου. Μας τόνιζε, ως σημαντικό γεγονός στην ζωή του, την πληροφορία και αίσθηση της Χάριτος, που πήρε από την ευλογία του Γέροντος σε αυτό το διάστημα που παρέμεινε κοντά του. Πόσο μας προκαλούσε την λαχτάρα και άναβε τον πόθο να αξιωθούμε και εμείς την ίδια ευλογία, αφού πάντοτε προσπαθούσαμε στις ίδιες γραμμές και στόχους, μάλιστα όταν οι αποδείξεις των συνασκητών μας ήταν τόσο βέβαιες και φανερές;
Χωρίς κόπο πειθαρχούσε στις υποδείξεις του δασκάλου στην ζωή της “πρακτικής”, κατά τους Πατέρες. Αυτήν ακολουθεί η “θεωρία”, το υψηλότερο αποτέλεσμα της ανθρωπίνης προσπαθείας με συνεργασία της θείας Χάριτος, και στην οποία ως βραβείο δίδεται ο αγιασμός. Η πεμπτουσία της ευλογημένης πρακτικής, αλλά και του παραδείγματος του Κυρίου μας, είναι η με επίγνωση υποταγή και υπακοή και αυτός ήταν πλέον ο σκοπός όλων των επιδιώξεων του νέου αθλητού.
Με κύριο μέσο την υποταγή και υπακοή έφθασε με την Χάρη του Χριστού στον θρίαμβο του αγιασμού. « Υπακοή ζωή, παρακοή θάνατος», συνεχώς επαναλάμβανε. [...]
Αυτό το μεγάλο μυστήριο, πολύ νωρίς συνέλαβε ο νεαρός αθλητής, μοναχός και ιερέας Εφραίμ και το εφάρμοσε ως μόνιμο καθήκον, χωρίς να παραμελεί τα υπόλοιπα καθήκοντά του προς τον Γέροντα Νικηφόρο. Έχοντας πλήρη γνώση των αποτελεσμάτων της παρακοής και της αμελείας του προγράμματος, κρατούσε την ακρίβεια της συνειδήσεως, πολλές φορές σε βαθμό αυτοθυσίας και μαρτυρικής αθλήσεως, που ήταν χαρακτηριστικό της ζωής του. Η παρουσία του μόνο προκαλούσε στους προσεκτικούς την αφύπνιση και εγρήγορση. Στην ευτέλειά μου, έδειχνε πάντοτε αγάπη και αυτό ήταν αφορμή προσοχής και θάρρους στις διάφορες αποθαρρύνσεις της νεανικής απειρίας μου.[...]
Αφού συνειδητοποίησε, ο οσιώτατος Γέροντας, την σημασία και το νόημα της σαρκώσεως του Θεού Λόγου και την λεπτομέρεια, που οι Πατέρες μας έζησαν σε όλη την ζωή τους, δεν έδωσε κατά το ψαλμικό λόγιο «ύπνον τοις οφθαλμοίς και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις» ( Ψαλ. 131, 4) μέχρις ότου και αυτός πρακτικά ζήσει τις θείες αντιλήψεις και δωρεές της Χάριτος, που διαπιστώναμε προσωπικά και εμείς να συμβαίνουν στην ζωή του. Περισσότερο όμως, μας συγκινούσε η αυστηρότητα της μαρτυρικής φιλοπονίας του.[...]
Τα πρώτα μαθήματα άρχισαν στο ησυχαστήριο του Αγίου Βασιλείου όταν ανέλαβε την εφημερία στον Γέροντα Ιωσήφ. Έγιναν συστηματικά αποδίδοντας πνευματικούς καρπούς όταν μεταφέρθηκε ο Γέροντάς μας στην Μικρή Αγία Άννα, όπου παρέμεινε εκεί για δύο μήνες μαζί του ο παπα-Εφραίμ. Όταν τον ρωτούσαμε για να γνωρίσομε τα στοιχεία της πνευματικής προκοπής, μας έλεγε: « Δύο μήνες που κάθησα στον γέρο Ιωσήφ ήταν αρκετοί, για να βρω την χάρη, όπως οι Πατέρες μας περιγράφουν. Η προσεκτική ζωή είναι απαραίτητος όρος και ειδικά η συντριβή του θελήματος, κυρίως όμως η καθαρή προσευχή. Όπως έμαθα από τον Γέροντα να συγκεντρώνω τον νου μου, προσευχόμουν μόνος στο κελλί μου. Ξαφνικά αισθάνθηκα σαν να άνοιξε μπροστά μου το απέναντι μέρος και παρουσιάστηκαν τρεις μορφές. Τόση αγάπη πλημμύρισε την ψυχή μου, που αυθόρμητα αγκάλιασα την μεσαία. Η αίσθησή μου με έπειθε ότι ήταν ο Χριστός με δύο αγγέλους. Δεν μπορώ όμως να περιγράψω τι συνέβη ή τι αισθάνθηκα. Η λύση στην απορία μου ασφαλώς δινόταν από τον Γέροντα στον οποίον πήγαινα μόλις περνούσε η θεία επίσκεψη. Ανέβηκα στον δάσκαλο, αν και ήταν μεσάνυχτα, για να μάθω την σημασία του μυστηρίου, που για πρώτη φορά μου συνέβη». Όταν μας το διηγόταν αυτό ήταν σαν να το ξαναζούσε και μας έπειθε εκ των πραγμάτων ότι «πιστός Κύριος εν πάσι τοις λόγοις Αυτού» (Ψαλ. 144, 13).
Και συνέχισε να αφηγείται:
« Αν και ήταν ακατάλληλη η ώρα της επισκέψεως και απαιτήσεώς μου, με δέχθηκε ο Γέροντας, με αγκάλιασε με χαρά και μου είπε: Αυτή, παιδί μου, είναι η Χάρις που σε δίδασκα και ήθελες να γνωρίσεις. Αυτή είναι η πρώτη βαθμίδα, το γνήσιο πρώτο ξεκίνημα. Από εδώ θα έρθουν τα όσα περιγράφαμε και εμείς και οι Πατέρες μας, που διάβαζες και με ρωτούσες. Πόσοι το ζήτησαν αυτό μέσα στην ιστορία και την ζωή και το βρήκαν αργότερα ή μετά από έμπονη προσπάθεια και συ το βρήκες τόσο σύντομα και τόσο καθαρά. Τώρα, άλλη αίσθηση, άλλοι κόσμοι και τροφή πνευματική, άλλο επίπεδο προσευχής, που είναι μάλλον η αίσθηση της αγχιστείας “όσων έλαβον Αυτόν” και με εξουσία μπαίνουν στο χώρο της υιοθεσίας».
Στο σημείο αυτό μας προκαλούσε, ώστε να είμαστε προσεκτικοί και να επιμένουμε στην προσευχή.
Μετά από αυτό το γεγονός έγινε αχώριστη η παρουσία του στον Γέροντα και συνεχώς τον προκαλούσε. «Όχι μόνος σου Γέροντα να γεύεσαι τα κεράσματα». Ο μακάριος Γέροντας μας Ιωσήφ συνήθιζε να αγκαλιάζει το κεφάλι των μαθητών του και να προσεύχεται, όταν αισθανόταν την ώρα της μεταδόσεως κάποιας θείας ευλογίας.
Κάποτε, μας έλεγε ο αείμνηστος, όταν επισκέφθηκε τον Γέροντα τον βρήκε σε κατάσταση εκστάσεως, σε ώρα προσευχής. Κρατώντας το κεφάλι του, το ακούμπησε στο στήθος του. Προσευχόταν σαν να βρισκόταν σε θεωρία. Όταν συνήλθε του είπε με πολλή χαρά.
« Εσύ, παιδί μου δεν έχεις μόνο καθαρότητα και ευθύτητα ψυχής. Έχεις την αγνεία, τον χώρο και την έδρα της Χάριτος. Αυτά όλα που είδες και γεύτηκες είναι πληροφορίες, που πάντοτε σε απασχολούσαν. Τώρα είναι η ώρα της δικής μας προσφοράς, για να αποκτήσουμε τα θεία χαρίσματα. Τώρα είναι η ώρα της πράξεως, που είναι η επίβασις της θεωρίας».
Από τότε ο νέος αθλητής με περισσότερο ζήλο σήκωνε τον περιεκτικό σταυρό της φιλοπονίας δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπακοή, την πραγματική βάση της προκοπής. Τα έργα και οι λόγοι του οσιωτάτου Γέροντος Εφραίμ, όλη η ζωή του, όλος ο στόχος και σκοπός ήταν η υποταγή και υπακοή.
Μας έλεγε κάποτε: « Αφού, σχεδόν με περιέργεια, συνάντησα τον γερο-Ιωσήφ και μου αποκάλυψε ποιός ήμουν, δεν φανταζόμουν ότι θα ενωθώ μαζί του, θα συνεχίσω την δική του παράδοση και θα γευθώ αυτά που διαβάζουμε στους Πατέρες. Ομολογώ, ότι κανέναν άνθρωπο δεν αγάπησα τόσο, ούτε φοβήθηκα, όσο αυτόν τον Γέροντα, που έγινε και έμεινε το ίνδαλμα όλης της ζωής μου, και όταν ζούσε και όταν έφυγε. Έγινε το σωσίβιό μου, η μνήμη του και μόνο με ανέσυρε από τα λάθη και με προήγαγε σε προκοπή σε όλη την ζωή μου».
Κάποτε που έκανε κάποιο λάθος και άργησε να πάει στην Λειτουργία την κανονική ώρα, τον επέπληξε και τον έδιωξε από το κελλί του. Τον κράτησε μακριά του για τρεις ημέρες, όσο και αν με δάκρυα ζητούσε συγχώρηση. Όταν τον δέχθηκε κατάλαβε, ότι ήταν μία δοκιμασία πρακτικής εμπειρίας, για να τονίσει την σημασία της ακρίβειας, που απαιτεί η πνευματική πρόοδος ώστε να οδηγηθεί από την πράξη στην θεωρία.
Η μόνιμη προσπάθεια και εργασία του Γέροντος Εφραίμ ήταν, όπως διδάχθηκε από τον Γέροντά μας Ιωσήφ, η ακριβής τήρηση του προγράμματος. Προσπαθούσε να αντιγράφει τον Γέροντα Ιωσήφ στις αγρυπνίες, στις προσευχές, όσο επέτρεπε το τυπικό τους στα Κατουνάκια. Την αγρυπνία κατά την διάρκεια της νύκτας την τηρούσε με όση δύναμη είχε. Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, μετά το Απόδειπνο, αποσυρόταν σε μία άκρη της καλύβης τους με ένα μικρό σκαμνάκι και σχεδόν μέχρι τα μεσάνυκτα προσευχόταν. Τον χρόνο τον μετρούσε με την ανατολή των άστρων μέχρις ότου έφταναν σε ορισμένο ύψος.
Εντρυφούσε επίσης στα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, ιδιαίτερα των ασκητών και της Φιλοκαλίας. Αποστήθιζε ολόκληρα κείμενα, που αναφέρονταν στην εσωστρέφεια και τα μυστικά της θείας Χάριτος.
Η ευλάβειά του εκδηλωνόταν ιδιαίτερα στην θεία Λειτουργία και λειτουργούσε καθημερινά μέχρι τα γεράματά του, όσο το επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Συνεχώς σκεπτόταν την αυριανή Λειτουργία και προσευχόταν για να έχει αίσθηση Χάριτος. Σε αυτήν φανέρωνε όλο τον εσωτερικό του κόσμο, που έπασχε τα θεία. Ως λειτουργός ήταν μετάρσιος και επέμενε στην μνημόνευση όσων γνώριζε και θυμόταν και όσων κατά καιρούς του ζητούσαν πνευματική βοήθεια. Ιδιαίτερα όμως μεριμνούσε για τους κεκοιμημένους, γιατί έφυγαν και ίσως ήταν ξεχασμένοι. Πολλές φορές, όπως μας έλεγε, είχε πληροφορία για την κατάσταση αυτών που μνημόνευε. Όταν κάποτε ξεχνούσε να μνημονεύσει μερικούς, αισθανόταν ότι του έκαναν παράπονο. Απαιτούσε πάντοτε μετά την Λειτουργία να υπάρχουν κόλλυβα για Τρισάγιο.
Το πως θα ψάλλει τα της θείας Λειτουργίας διδάχθηκε από τον Γέροντα Ιωσήφ. Χαιρόταν τόσο πολύ ο μακάριος Γέροντάς μας από τις Λειτουργίες, που έκανε ο μακαριστός αδελφός μας και έλεγε: « Δεν πιστεύω να γίνεται στο Άγιον Όρος καλύτερη θεία Λειτουργία».
Σε όλη την ιερατική διακονία του έκανε Σαρανταλείτουργα. Είχε όμως πολλή ακρίβεια στις αμοιβές, και ουδέποτε δεχόταν χρήματα γι’ αυτά, αν δεν ήταν βέβαιος, ότι θα τα τελέσει. Δεν δεχόταν επίσης δωρεές, αν δεν μπορούσε να προσευχηθεί για τους δωρητές. Τα περισσότερα δε χρήματα μοίραζε στους φτωχούς πάντοτε μυστικά.
Επόμενο είναι φυσικά σε όσους γεύτηκαν τις θείες δωρεές να μην τους συγκινεί ή απασχολεί ο μάταιος αυτός κόσμος. Στον Γέροντα, ήταν φανερή η αποχή από τα πράγματα αυτού του κόσμου και ιδιαίτερα από τα χρήματα. Έμαθε από τον Γέροντα Ιωσήφ την δύναμη και ενέργεια της πίστεως, αυτήν που οι Πατέρες ονομάζουν «πίστιν της θεωρίας», και με την βοήθεια αυτής αμεριμνούσε, αφού όλα τα ανέθετε στην θεία Χάρη, που εν αισθήσει πάντοτε έπασχε.
(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Ο χαρισματούχος υποτακτικός. Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 12, σ. 41-57- αποσπάσματα.)

παπά Ματθαίος Καρακαλληνός (1905 – 05/12/1985)


5 Δεκεμβρίου 2011
του Ι.Π.Κ.
Στο Μοναστήρι μας είχαμε την ιδιαίτερη ευλογία να γνωρίσαμε και να ζήσωμε από κοντά στα τελευταία χρόνια της ζωής του ένα ενάρετο και σεβάσμιο Γέροντα, τον ιερομόναχο Ματθαίο, ο οποίος μας έδίδαξε πολλά με την ενάρετη ζωή του. Στο κείμενο που ακολουθεί αναφερόμεθα σε ορισμένα χαρακτηριστικά της ζωής του, όπως τον εγνωρίσαμε εμείς οι νεώτεροι πατέρες μετά την εγκαταβίωσί μας στην Ιερά Μονή Καρακάλλου από την Ιερά Μονή Φιλόθεου, και σε ο,τι μας εδιηγήθησαν άλλοι παλαιότεροι πατέρες της Μονής.
Ο παπά Ματθαίος, κατά κόσμον Ιωάννης Μητσόπουλος γεννήθηκε σ΄ένα χωριό της επαρχίας Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας της Πελοποννήσου, Καρδαρίτσι ονομαζόμενο, το έτος 1905, από γονείς φτωχούς μέν αλλά ευσεβείς, τον Θεόδωρο και την Αικατερίνη. Ήταν το πρωτότοκο παιδί από τα επτά παιδιά της οικογενείας των. Πολλά βιογραφικά στοιχεία από τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν μας έχουν διασωθή, παρά μόνο ότι στην εφηβική του ηλικία έφυγε από το πατρικό του σπίτι και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα του καιρού εκείνου, όπου έκανε τον πλανόδιο μικροπωλητή, διά να έξοικονομή τα προς το ζην. Φαίνεται όμως ότι από τότε μέσα στη νεανική του ψυχή υπεκαίετο ο πόθος για τη μοναχική ζωή.
Και σε μία στιγμή, κατά το έτος 1927, εγκαταλείπει τα πάντα, κόσμον και τα του κόσμου τερπνά και ηδέα, και παίρνει τον δρόμο διά το Αγιώνυμον Όρος με τα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής εκείνης. Όταν έφθασε στο Άγιον Όρος, οδήγησε τα βήματά του κατ’ αρχάς στην Ιερά Σκήτη Αγίου Παντελεήμονος της Μονής Κουτλουμουσίου. Εκεί υποτάχθηκε σε ένα Γέροντα και έλαβε τη λεγομένη ρασοευχή. Δεν έμεινε όμως για πολύ εκεί, παρά μόνον δύο χρόνια και κατόπιν επήγε και εκοινοβίασε εις την Μονήν Καρακάλλου, όπου και διήνυσε όλη την υπόλοιπη μοναχική του ζωή μέχρι το τέλος του. Ηγούμενος τότε στη Μονή Καρακάλλου ήταν ο φημισμένος σε ολόκληρο το Άγιον Όρος για την αρετή του και την πνευματικότητα του παπά Κοδράτος. Την εποχή εκείνη οι περισσότεροι πατέρες της Μονής είχαν Μικρασιατική καταγωγή. Η υπακοή του στον Ηγούμενο Κοδράτο και η αγωνιστικότης του, όπως μας έλεγαν άλλοι παλαιοί πατέρες της Μονής, ήταν υποδειγματική. Από τον Ηγούμενο παπά Κοδρατο έλαβε το μέγα και Αγγελικό Σχήμα και μετωνομάσθη Ματθαίος.
Μετά την κοίμηση του Ηγουμένου Κοδράτου, επί ηγουμενείας του αρχιμανδρίτου Παύλου, εχειροτονήθη διάκονος και ιερεύς, το έτος 1940, από τον έν Άγίω Όρει έφησυχάζοντα Μητροπολίτη Μηλιτουπόλεως Ιερόθεο. Έκτοτε δεν εσταμάτησε την Θεία Λειτουργία· λειτουργούσε καθημερινώς επί 45 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το τέλος της επιγείου ζωής του.
Είχε τόσο πόθο και επιθυμία να λειτουργή κάθε ήμερα, ώστε ήταν αδιανόητο εις αυτόν να περάση μία ήμερα πού να μην λειτουργήση. Και όταν δεν είχε εφημερία στο Καθολικό, επήγαινε σε κάποιο παρεκκλήσι της Μονής. Μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωσι το γεγονός ότι «έπαιρνε καιρό», όπως λέγεται, για τη Θεία Λειτουργία, μόλις άρχιζε το πρώτο ψαλτήρι στον Όρθρο. Ήθελε να μνημονεύη πολλά ονόματα στην προσκομιδή και εμνημόνευε όσο γινότανε περισσότερα. Είχε μπροστά του παλαιά βιβλία της Μονής τα λεγόμενα «παρρησίαι», όπου περιέχουν ονόματα κτιτόρων, δωρητών, αφιερωτών και άλλων χριστιανών από παλαιά χρόνια και τα έμνημόνευε κάθε ημέρα.
Βέβαια δεν προλάβαινε να τελειώσει όλο το βιβλίο σε μία ήμερα, αλλά από εκείνο το σημείο όπου εσταματούσε τη μνημόνευσι, έσυνέχιζε την άλλη ημέρα. Όποιος χριστιανός πάλι του έδιδε ονόματα για να τα μνημόνευση, τα έκρατούσε, μέχρι πού έλυωνε το χαρτί των ονομάτων από τη χρήσι. Στα παρεκκλήσια όπου πήγαινε να λειτουργήση, έπαιρνε μαζί του και τα χαρτιά με τα ονόματα.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όπου είχε σταματήσει να έφημερεύη στο Καθολικό της Μονής λόγω μεγάλης βαρηκοΐας, και πάλι δεν εσταμάτησε να λειτουργή, παρά πήγαινε σε ένα παρεκκλήσι εντός της Μονής, εις τον άγιο Παντελεήμονα. Λυπήθηκε πολύ τότε πού δεν θα ημπορούσε να συνέχιση άλλο την εφημερία στο Καθολικό. Κάποια ήμερα του λέγει ένας αδελφός: «Γέροντα, τόσα χρόνια έχετε εφημέριος -43 χρόνια είχε τότε ως ιερεύς- τόσα χρόνια λειτουργείτε κάθε ημέρα, τώρα να σταματήσετε για να ξεκουρασθήτε». Και η άπάντησις ήτο: «Μέχρι τελευταίας αναπνοής θα λειτουργώ, μέχρι τελευταίας αναπνοής». Και πράγματι συνέχισε να λειτουργή, και μόνο μία εβδομάδα πριν την κοίμησί του, όπου λόγω της ασθενείας του ήτο κλινήρης, έσταμάτησε τη Θεία Λειτουργία.
Παρ’ όλο πού ελειτουργούσε καθημερινώς, δεν είχε εξοικειοθή με το Μυστήριο. Μέχρι την τελευταία Λειτουργία του διατηρούσε εκείνον τον πρώτο ζήλο και την πρώτη ευλάβεια πού είχε ως νέος ιερεύς. Φαίνεται ότι την Θεία Λειτουργία την ζούσε, γιατί χαρακτηριστικό του ήταν ότι δεν βιαζότανε ποτέ να τελείωση γρήγορα. Δεν είχε γίνει γι’ αυτόν ή Θεία Λειτουργία μία τυπολατρεία. Κάποτε τον ερωτήσαμε γιατί θέλει να μνημονεύη τόσα πολλά ονόματα στην προσκομιδή και μας απήντησε με την συνήθη απλότητα του· «γιά να ωφελούνται ψυχές».
Σε ολόκληρη τη μοναχική του ζωή στο κελλί του τον χειμώνα δεν άναβε σόμπα, όσα κρύα, χιόνια και παγωνιές κι αν έκανε. Μόνο στα τελευταία χρόνια της ζωής του δέχθηκε να του ανάβουν φωτιά στο κελλί του οι πατέρες. Ακόμη και στο παρεκκλήσι πού πήγαινε και λειτουργούσε, ποτέ μέχρι την τελευταία λειτουργία του δεν υπήρχε σόμπα.
Μάλιστα σε εκείνο το κελλί πού έμενε δεν ήτο δυνατόν να τοποθετηθή σόμπα. Δι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς οι πατέρες τον είχαν παρακαλέσει να άλλάξη κελλί και να μεταφερθή στο διπλανό, όπου υπήρχε σόμπα έτοιμη από τις κτιστές. Αυτός δεν ήθελε με κανένα τρόπο να αλλάξη, διότι, καθώς έλεγε, σ’ εκείνο το κελλί τον είχε βάλει ο Γέροντάς του από τότε πού είχε κοινοβιάσει στο Μοναστήρι. Με τις πολλές παρακλήσεις των πατέρων και του Ηγουμένου εδέχθηκε και άλλαξε κελλί.
Γενικώς επρόκειτο περί βιαστού και εγκρατούς μοναχού. Απέφευγε επίσης συστηματικά την άργολογία, τα σχόλια για πρόσωπα και καταστάσεις και την κατάκρισι. Δεν αργολογούσε με κανέναν. Και εάν κανείς ήθελε να συζήτηση μαζί του, ήταν ολιγόλογος, αρκούμενος στα απαραίτητα. Ποτέ δεν τον ακούσαμε να κατηγορήση ή να κατακρίνη κανένα. Για όλους τους ανθρώπους είχε καλούς λογισμούς. Όλοι οι άνθρωποι για τον παπά Ματθαίο ήταν καλοί και άγιοι, γιατί ήταν ο ίδιος καλός. Εχαίρετο δε υπερβολικά, όταν έβλεπε τους νέους πατέρες της Μονής και γενικώς κάθε νέο μοναχό. Πολλές φορές μάλιστα από την χαρά του άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο να ξεσπάση σε διάφορες φράσεις εγκωμιαστικές γι’ αυτούς.
Πιο πάνω από την Μονή Καρακάλλου, στο μέσον περίπου του παλαιού μονοπατιού πού οδηγεί στην Ιερά Μονή Φιλόθεου, υπάρχει ένα παλαιό εξωκκλήσι του αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Δίπλα από το Ναό υπάρχει και σώζεται μέχρι σήμερον ένα οίκημα ερειπωμένο, όπου φαίνεται -σύμφωνα και με την παράδοσι- πώς παλαιότερα ήτο Κελλίον όπου ενασκούντο πατέρες. Σε αυτό το εξωκκλήσι, επειδή έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια στον άγιο Γεώργιο, εσυνήθιζε να πηγαίνη κάθε ήμερα ο παπά Ματθαίος, για να ανάψη το καντήλι του αγίου, έψαλλε ορισμένους ύμνους, κτυπούσε το τάλαντο, και τις οίδε τί ιδιαίτερες προσευχές έκαμε προς τον Κύριο, την Παναγία και τους αγίους! Ανέβαινε καθημερινώς μέχρι εκεί επί σαράντα χρόνια -όπως μας έλεγε- επερνούσε δύο-τρεις ώρες και πριν τον Εσπερινό κατέβαινε στο Μοναστήρι.
Είχε επίσης σε μεγάλο βαθμό την αρετή της ξενιτείας. Σε όλη την μοναχική του ζωή δεν είχε εξέλθει στον κόσμο ούτε για λόγους ασθενείας, ούτε για να υπάγη στην πατρίδα του. Ούτε στις Καρυές δεν πήγαινε. Ο ίδιος δεν ήθελε να εξέρχεται για κανένα λόγο. Μόνο μία φορά είχε πάει στη Θεσσαλονίκη τα πρώτα έτη της μοναχικής του ζωής, γιατί υπέφερε από κήλη. Όταν κάποτε είχε έπιδεινωθή η κατάστασις της κήλης του, επιέζετο υπό των άλλων πατέρων όπως υπάγη εις τους ιατρούς. Εκείνος όμως έζήτησε την βοήθεια των αγίων, την οποίαν και έλαβε. Την ιδία νύκτα εθεραπεύθη θαυματουργικώς υπό του άγιου μεγαλομάρτυρος Αρτεμίου, και έτσι δεν εχρειάσθη να αφήση έστω και δι΄ ολίγον την ηγαπημένη του Μονή. Έκτοτε δεν εξήλθε έκτος Άγιου Όρους.
Ήτο πολύ ταπεινός και ανεξίκακος. Εάν κάποτε ήρχετο σε διένεξη ή διαφωνία με κάποιον αδελφό, αμέσως έσπευδε να του βάλη μετάνοια, έστω και εάν ήτο κατά πολύ νεώτερος ο άλλος αδελφός, μή προσπαθώντας να δικαίωση τον εαυτό του.
Τις Κυριακές και τις ολονύκτιες αγρυπνίες εις την Μονή μας γίνεται συλλείτουργο. Μία Κυριακή, όταν επρόκειτο να φορέση τα άμφια ο παπά Ματθαίος, ο βηματάρης του έδωσε ως συνήθως ένα στιχάριο, το όποιο ο παπά Ματθαίος δεν το ήθελε και ήθελε να φορέση ένα άλλο. Στην επιμονή του παπά Ματθαίου ο βηματάρης υπεχώρησε και του έδωσε το στιχάριο πού ήθελε. Ο παπά Ματθαίος το εφόρεσε και έν συνεχεία τα υπόλοιπα άμφια και κατευθύνθηκε προς την προσκομιδή για να μνημόνευση ονόματα. Όταν έτελείωσε τη μνημόνευσι των ονομάτων, είδαν οι συλλειτουργοί ιερείς ότι έξεδύθη πάλι όλη την ιερατική στολή, για να φορέση το στιχάριο εκείνο πού του έδιδε στην άρχή ο βηματάρης. Από αυτό το γεγονός μπορεί να καταλάβη κανείς πόσο λεπτή συνείδησι είχε.
Με τα διοικητικά ζητήματα της Μονής ποτέ δεν είχε αναμιχθή. Ποτέ δεν θέλησε να εκλεγή Προϊστάμενος, ώστε να είναι απερίσπαστος στις πνευματικές του εντρυφήσεις και γιατί δεν αγαπούσε τα αξιώματα. Παλαιότερα, όταν το Μοναστήρι δεν είχε Ηγούμενο, η Πατριαρχική Εξαρχία πού ευρίσκετο τότε στο Άγιον Όρος είχε κατέλθει στη Μονή Καρακάλλου να συζήτηση με τους πατέρας για το θέμα της Ηγουμενείας. Εκάλεσε τότε η Εξαρχία και τον παπά Ματθαίο στο συνοδικό της Μονής όπου ευρίσκετο, για να τον προτείνη για Ηγούμενο. Ο παπά Ματθαίος τότε σηκώθηκε από τη θέσι του και απευθυνόμενος προς την Εξαρχία είπε: «εγώ δεν θέλω να αναλάβω Ηγούμενος, μόνο να λειτουργώ θέλω…». Έβαλε μετάνοια στην Εξαρχία και έφυγε ταπεινά από την αίθουσα.
Από τα πρώτα έτη της μοναχικής του ζωής είχε καταγράψει σε ένα βιβλίο τα διάφορα γεγονότα πού του συνέβησαν από τότε πού έφυγε από τον κόσμο. Πώς ήλθε στο Άγιον Όρος, τί είδε, άκουσε, έγνώρισε και έζησε. Έγραψε σ΄αυτό το βιβλίο όλη τη μοναχική του πείρα με ένα χαριτωμένο τρόπο και πολύ γλαφυρό. Τα «Απομνημονεύματα» αυτά συνήθιζε να τα μελετά σχεδόν καθημερινώς, ώστε να ενθυμήται το «διατί εξήλθεν», πού λέγουν οι πατέρες.
Μία εβδομάδα πριν την κοίμησι του έπεσε στο κρεββάτι από ασθένεια της κοιλιακής χώρας. Δεν ημπορούσε να φάγη τίποτε, ούτε και έβγαινε από το κελλί του. Του είπαν οι πατέρες να τον πάνε στους ιατρούς, αλλά δεν ήθελε. Ενόμιζε και είχε την ελπίδα ότι θα ιατρεύετο. Αλλ’ όμως είχε έλθει η ώρα πού ο Θεός θα τον εκαλούσε κοντά Του, διά να τον ανάπαυση από τους κόπους του. Το βράδυ της προηγουμένης ημέρας της κοιμήσεως του είχε φοβερούς πόνους. Έκανε όμως μεγάλη υπομονή. Και την άλλη ήμερα το πρωΐ, ξημερώνοντας η 5η Δεκεμβρίου 1985, εορτή του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, παρέδωσε την αγία του ψυχή εις χείρας Θεού, τον οποίον επόθησε και ηγάπησεν εκ νεότητος.
Πρόθεσις και σκοπός των όσων ανωτέρω ανεφέρθησαν δεν ήτο άλλος, παρά να διατηρήσωμεν έστω και δι’ αυτών των ολίγων στοιχείων το μνημόσυνον του μακαρίτου ιερομόναχου Ματθαίου Καρακαλληνού, ο οποίος εστάθη δι’ ημάς τους νεωτέρους μορφή άκρας ταπεινώσεως, υπόδειγμα λειτουργού, παράδειγμα κοινοβιάτου μοναχού, ασκητού προσευχομένου, φιλαγίου και φιλόθεου. Είθε ο βίος του να γίνη παράδειγμα και πηγή εμπνεύσεως δι΄ όλους τους νεωτέρους αδελφούς του Αγιωνύμου Όρους. Ας είναι το μνημόσυνόν του αιώνιον. Μορφαί ως του παπά Ματθαίου θα παραμένουν μεταξύ των αλησμόνητων αγιορείτικων μορφών.
πηγή: Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», Ετήσια Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, περίοδος β΄, Τεύχος 11ο, Άγιον Όρος 1986

Θαύματα στην Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους


Σε σημειώσεις παλαιού Γρηγοριάτου, του γέροντος Ιωακείμ, αναφέρονται στοιχεία από αξιοθαύμαστα σημεία πού συνέβησαν στη Μονή. Ο ίδιος, είτε υπήρξε αυτόπτης μάρτυς, είτε τα άκουσε από παλαιοτέρους. Διορθώθηκε κάπως η γλώσσα και η σύνταξη του κειμένου. Φέρονται σε φώς, για να επιβεβαιωθεί η αγάπη του Θεού και των αγίων του προς εμάς, η οποία άλλωστε έχει χίλιους δύο άλλους τρόπους να αποκαλυφθεί.
*…Απεφάσισα οριστικά πλέον, κι αναχώρησα κρυφά για το Άγιον Όρος. Έφθασα αισίως. Περιερχόμενος δε και επισκεπτόμενος πολλές Μονές και Σκήτες, μελέτησα επισταμένως τον τρόπο διαβιώσεως. Τέλος, αφού συνέλεξα αρκετές χρήσιμες πληροφορίες, αποφάσισα να κοινοβιάσω στην Ιερά Μονή του Οσίου Γρηγορίου.
Πριν να μπω στη Μονή, κουρασμένος καθώς ήμουν, πήγα και κοιμήθηκα σ’ ένα απόκρημνο και δύσβατο μέρος, λίγο παραπάνω από το Γυφταριό, πούχε λίγη σκιά. Μάταια όμως προσπαθούσα να κοιμηθώ. Ύπνος δεν ερχόταν. Λογισμοί επί λογισμών, σκέψεις επί σκέψεων αλληλοσυγκρούονταν και με αναστάτωναν. Ο πειρασμός έβαζε κάθε δυνατή προσπάθεια, ενεργώντας σατανομεθοδικά για να με αποτρέψει. Τελικώς, καταβεβλημένος από την ψυχική πάλη, ενόμισα πώς έφτασε επί τέλους ο ύπνος. Οπότε, «τί το ορώμενον;». Στεκόταν από πάνω μου ένας υπέργηρος μοναχός με σεβάσμια, επιβλητική, βιβλική μορφή, με γενειάδα ως τα γόνατα, με ιλαρό βλέμμα, και μου λέει: «Τί κάθεσαι εδώ έξω, παιδί μου, και βασανίζεσαι από σκέψεις και λογισμούς; Σήκω και πήγαινε μέσα στο Μοναστήρι». Σηκώθηκα στο πρόσταγμά του αμέσως με την πρόθεση να τον παρακαλέσω να με οδηγήσει εκείνος. Αλλά που ο γέροντας! Άφαντος!
Ταράχτηκα με το γεγονός, και διερωτήθηκα ποιος νάταν άραγε ο μυστηριώδης γέροντας πού κατόρθωσε σε τέτοια ηλικία ν’ ανέβει σ’ εκείνο το δύσβατο μέρος, στο οποίο κι εγώ μετά βίας ανέβηκα. Μ’ αυτές τις σκέψεις (οι προηγούμενες άτακτες και σατανικές σαν καπνός διαλύθηκαν) έφυγα τρέχοντας, μπήκα στο Μοναστήρι, παρουσιάστηκα ευθύς στον όντως όσιο Καθηγούμενο, και του γνωστοποίησα τον πόθο και το σκοπό μου, καθώς και το προηγούμενο γεγονός με το σεβάσμιο γέροντα.
Τότε ο Καθηγούμενος, με καταφανή συγκίνηση, με οδήγησε μπροστά σε μια εικόνα και με ρώτησε: Αυτός είναι ο γέροντας πού σου παρουσιάστηκε;». «Ναι, ναι, αυτός είναι!» απάντησα κατάπληκτος. Ήταν πράγματι ο γέρων Ιωακείμ, ο νέος κτίτωρ της Μονής, με την εξαιρετικώς επιμήκη γενειάδα, την οποίαν απέκτησε θαυματουργικώς, όντας έκ φύσεως αγένειος.
* Όταν μετά από αρκετούς μήνες έγινε η κουρά μου, μετά από πολλή κούραση μα και πολλή κατάνυξη, θέλησα λίγο να αναπαυθώ. Πριν όμως κοιμηθώ, κάποιος ανοίγει την πόρτα του κελλιού μου τελείως αντικανονικά, χωρίς να πει το συνηθισμένο: «Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Μπήκα ξαφνικά σε σκέψεις, και αισθάνομαι μια τρομερή δυσοσμία, αφόρητη. Βλέπω τότε από πάνω μου τον απρόσκλητο επισκέπτη. Τί φοβερό και φρικιαστικό θέαμα! Ήταν ο ίδιος ο σατανάς. Τερατόμορφος, κερασφόρος, πυρίπνους, πυρόφθαλμος, δασύτριχος, με νύχια μακρυά. Με κύτταξε βλοσυρά και αγριεμένα, και μου είπε γελώντας σαρκαστικά: «Ε! Ε! Τί ήλθες βρε να κάνεις κι εσύ εδώ; Τώρα θα σου δείξω εγώ». Άπλωσε το χέρι πάνω στο στήθος μου, μα το τράβηξε αμέσως, βγάζοντας ένα φριχτό ουρλιαχτό: «Άααα». Άθελα του είχε αγγίξει τον τίμιο Σταυρό πού κρεμόταν στο στήθος μου. Εξαφανίστηκε ευθύς, αφήνοντας πίσω του μια ανυπόφορη δυσοσμία.
* Έναν καιρό ενέσκηψε στη Μονή επιδημική γρίππη πού προσέβαλε τους πιο νέους και πιο γερούς, άλλους ελαφρά, άλλους βαριά. Εγώ προσεβλήθην ελαφρά. Σαν αρρώστησε κι ο μάγειρας, μου ανέθεσαν να τον αντικαταστήσω. Τελείως αδαής μαγειρικής, ανέλαβα τη διακονία υπό την καθοδήγηση του μαγείρου, του πατρός Υπατίου, έχοντας ευτυχώς πεπειραμένο παραμάγειρο ένα δόκιμο πραότατο, απλούστατο, άκακο σαν αρνί.
Κάποια μέρα τον έστειλα στον κήπο να μαζέψει κηπουρικά για το μαγείρεμα. Μα ύστερ’ από λίγο, σχεδόν αμέσως, επέστρεψε ασθμαίνοντας, περίτρομος, χωρίς κηπουρικά. Σαν τον ρώτησα τί συνέβαινε, μου είπε πώς στο μονοπάτι πού πάει για τον κήπο βρισκόταν ένα πολύ μεγάλο και φοβερό φίδι, και γιαυτό τρόμαξε κι επέστρεψε τροχάδην, κάθιδρως και πνευστιών.
Όμως η πράξη του ήταν αντίθετη προς τον απαράβατο κανόνα της «τυφλής υπακοής». Τόπα στο Γέροντα. Εκείνος τον ενουθέτησε, τον ενθάρρυνε, τούδωσε την ευλογία του, και τον έστειλε στη διακονία χωρίς δισταγμούς και φόβους. Γεμάτος θάρρος ο δόκιμος έτρεξε, μάζεψε, κι επέστρεψε πασίχαρος. Όταν τον ξαναρώτησα τί συνέβη, μου είπε πώς το φίδι ήταν εκεί, αλλά ψόφιο!
★ Πριν πάω στο στρατό, προσεβλήθην από υπεροξεία ισχυαλγία, περιοδική μεν, μα αφόρητη. Δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, όταν μ’ έπιανε, κι έπεφτα κάτω, όπου κι αν βρισκόμουν. Κανένα ιατροφαρμακευτικό μέσον, ούτε θερμόλουτρα, ούτε ο στρατός μπόρεσαν να με θεραπεύσουν. Μόνιμη, μαρτυρική η κατάσταση.
Κάποια μέρα έφεραν σιτάρι στην παραλία, και κατά τη συνήθεια έπρεπε όλοι να το ξεφορτώσουμε. Σαν άρχισε το ξεφόρτωμα, μ’ έπιασε ξαφνικά το μόνιμο βάσανό μου, κι έπεσα κατάχαμα, συστρεφόμουν σπασμωδικά, βογγούσα από τους πόνους.
Έτρεξαν δύο-τρεις πατέρες, κοντά σ’ αυτούς κι ένα σεβάσμιο ενάρετο γεροντάκι. Αρσένιος, Αρτέμιος, δεν θυμάμαι. Με ρώτησαν τί έχω. Όταν τους είπα το πάθημά μου, το μετέφεραν στους άλλους και άρχισαν τα σχόλια. Πολλοί με λυπήθηκαν, άλλοι ταλαντεύονταν να με πιστέψουν, άλλοι απιστούσαν. Μερικοί νόμιζαν ότι το κάνω για ν’ αποφύγω τον κόπο. Κάποιοι μ’ εχαρακτήρισαν υπερβολικά ως «μάγκα πειραιώτη».
Τα υπέμεινα όλα. Μόνο ο Γέροντάς μου με παρηγορούσε: «Μην κλαις παιδί μου. Μην απελπίζεσαι. Σε πιστεύω. Θα πείσω και τους άλλους πατέρες για την ειλικρίνειά σου. Μα θα σου δώσω μια συμβουλή, και σε παρακαλώ να με ακούσεις. Εμείς εδώ έχουμε δικό μας γιατρό, την αγία Αναστασία τη Ρωμαία με τα λείψανα και το παρεκκλήσι της. Όταν λειτουργήσει, να ξαγρυπνήσεις από βραδύς, να προσευχηθείς μ’ όλη σου την καρδιά, να χύσεις και κανένα δάκρυο. Κι όταν τελειώσει η λειτουργία το πρωΐ, ν’ αλείψεις το μέρος πού σε πονάει με λάδι άπ’ το καντήλι της άγιας, παρακαλώντας την με δάκρυα να σε κάνει καλά• και έλα να με δεις».
Ακολούθησα πιστά την υπόδειξη, κατά γράμμα. Κι όταν πλέον αλείφθηκα, τί χάρις ήταν εκείνη! Άρχισα ξαφνικά να κινούμαι ελεύθερα, χωρίς παραμικρό πόνο.
Έχουν περάσει εξήντα χρόνια. Δεν ξαναενοχλήθηκα.

* Στη Βέρροια της Μακεδονίας έχει Μετόχι η Μονή. Μια – δυο φορές το χρόνο, πάντοτε το καλοκαίρι, επικοινωνούσαμε διά θαλάσσης με μικρό πλοιάριο της Μονής.
Κάποτε ταξίδευα με δύο αδελφούς προς το Μετόχι. Αλλά ανάμεσα στην Κασσάνδρα και στο Πήλιο επικρατούσε μια ασυνήθιστη άπνοια, ενώ κωπηλατούσαμε κανονικά. Η εκνευριστική θάλεγα αυτή νηνεμία μ’ έβαλε σε σκέψη ότι προμηνύεται μεγάλο κακό. Ζωηρή η ανησυχία μου, δίχως συγκεκριμένο λόγο. Κάτι σαν προαίσθημα. Κι ενώ οι αδελφοί με παρακαλούσαν να κόψουμε για λίγο την κωπηλασία για να ξεκουραστούμε, εγώ τους προέτρεπα να επιταχύνουν, σαν να με παρότρυνε κάτι πώς επίκειται κίνδυνος. Έπρεπε να φτάσουμε το συντομώτερο στην ακτή μεταξύ Πηλίου και Ολύμπου. Μια ελαφρή θαλασσινή αύρα μας βοήθησε αρκετά. Φτάσαμε στην ακτή, αποβιβαστήκαμε, τραβήξαμε το πλοιάριο. Εν τω μεταξύ μικρό νεφύδριο φάνηκε πάνω από το Πήλιο πού ολοένα μεγάλωνε και μαύριζε. Προάγγελος του φοβερού κακού. Τί τρομερό ξέσπασμα ήταν εκείνο πού ακολούθησε! Μια σπανιωτάτη θυελλώδης καταιγίδα, μπουρίνια πού λένε.
Οι κάτοικοι, σαν φτάσαμε, συνέτρεξαν όλοι, κατάπληκτοι, απορημένοι, μας κοίταζαν και σταυροκοπιούντο, ομολογώντας πώς μας γλύτωσε ο άγιος Νικόλαος.
Μείναμε λίγες μέρες, εφοδιαστήκαμε, παραλάβαμε τα τρόφιμα και αναχωρήσαμε. Μα τί θέαμα ήταν εκείνο, όταν επιστρέφαμε! Όπου κι αν περνούσαμε, ναυάγια. Όσα πλοία είχαν αγκυροβολήσει σε λιμάνια πού προσβάλλονταν απ’ το Λίβα η τον Γαρμπή, είχαν εξωκείλει ή είχαν βυθιστεί. Όλη η νοτιοδυτική πλευρά της Κασσάνδρας, της Σιθωνίας, του Άθωνος είχε προσβληθεί από την καταιγίδα.
Σαν φτάσαμε στο Μοναστήρι, είδαμε ένα συγκλονιστικό θέαμα: Λιτοχωρινό πλοίο, γεμάτο ξυλεία, βυθισμένο. Εκεί πλέον αποκορυφώθηκε η συγκίνησή μας…
Αποφεύγοντας τα σχόλια, τονίζω μονάχα εκείνη την αόριστη ανησυχία πού είχα στον πηγαιμό. Δεν ήταν όντως έκδηλη και εναργής η επέμβαση του αγίου;
* Κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου η Μονή μας επιτελεί την πανηγύρι του αγίου Νικολάου, και προμηθεύεται ψάρια από το Παλιούρι Κασσάνδρας. Εκεί εδρεύουν συστηματικοί ψαράδες.
Λίγες μέρες πριν την πανηγύρι, εστάλη το πλοιάριο της Μονής να παραλάβει τα ψάρια. Κυβερνήτης ένας έμπειρος μοναχός, ψημένος στις θάλασσες από κοσμικός, ευλαβέστατος και απλούς.
Μα πριν ακόμη επιστρέψει, άρχισαν να πνέουν σφοδροί νοτιοδυτικοί άνεμοι πού καθυστερούσαν την αναχώρηση. Η πανήγυρις επλησίαζε, ο καιρός δεν υποχωρούσε, οι άνεμοι ενισχύοντο, ο μοναχός ανησυχούσε. «Να γίνει πανήγυρις χωρίς ψάρια;». Αδιανόητο, κατά τη γνώμη του. Αποφάσισε να φύγει μέσα στη θαλασσοταραχή. Του κάκου πάσχιζαν να τον πείσουν οι άλλοι ψαράδες να μην κάνει τέτοιο παρανοϊκό εγχείρημα. Αμετάκλητος ο καλόγερος.
Ξεκίνησε λοιπόν, έκανε το σταυρό του, κι έβαλε την εικόνα του αγίου Νικολάου στο πηδάλιο λέγοντας: «Άγιε Νικόλα, βλέπεις τον καιρό. Κάνε το κουμάντο σου, για να μη γίνει η πανήγυρίς σου χωρίς ψάρια. Φεύγουμε!».
Έκανε όντως το κουμάντο του ο άγιος. Έφθασαν πολύ κοντά στο Μοναστήρι, τους αντιλήφθηκαν οι πατέρες, βγήκαν να τους δουν. Σαν γλάρος πετούσε το πλοιάριο πάνω στα κύματα. Πήραν την εικόνα του αγίου Νικολάου, κι άρχισαν να δέονται για να προσεγγίσει με ασφάλεια. Μα κάτω από τέτοιες συνθήκες ήταν εντελώς αδύνατο να προσορμισθεί το πλοιάριο.
Αλλά δεν ήταν αδύνατο για τον άγιο. Και τούτο διότι ένα πελώριο κύμα σήκωσε ψηλά το σκάφος, το κατέβασε ομαλά-ομαλά μέσα στον αρσανά, στη θέση όπου τοποθετείτο, και κατόπιν υποχώρησε ήρεμα, εκτελώντας το καθήκον του. Το γεγονός επανηγυρίσθη ιδιαιτέρως. Θαυμαστή τόσο η πίστη του ενάρετου μονάχου, όσο και η υπακοή του αγίου.
* Τρομερή πυρκαγιά ξέσπασε κάποιο καλοκαίρι στο δάσος της Μονής. Φυσούσε και άνεμος, κι η φωτιά επεξετάθη. Κόντευε να εξαφανίσει όλες τις καστανιές, την κυριώτερη οικονομική πηγή της Μονής. Φοβερό το θέαμα. Ήμουν αυτόπτης μάρτυς, ακούγοντας και τα φίδια πού καίγονταν, να σφυρίζουν. Μάταιες οι προσπάθειες.
Όταν ειδοποιήθηκε η Μονή, βγήκαν οι πατέρες κι ο Γέροντας με τα άγια λείψανα. Και τότε ένα σύννεφο στάθηκε πάνω απ’ το δάσος, κι επέφερε τέτοια καταρρακτώδη βροχή, ώστε έσβησε αμέσως η φοβερή πυρκαγιά.
πηγή: Ό Όσιος Γρηγόριος», Ετήσια Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, § Παλαιότερα θαύματα στην Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου, περίοδος β΄, αριθμ. 8, έτος 1983

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Χερουβείμ - Αρχιμανδρίτης Τα τεχνάσματα… της αγάπης



Στην όμορφη Νέα Σκήτη, δίπλα στην Ιερά Μονή του Αγίου Παύλου, επισκεφθήκαμε πριν από μερικά χρόνια στην Καλύβη της Υπαπαντής τον γερο-Συμεών. Με ενενηνταπέντε περίπου χρόνια στην πλάτη του, κατάκοιτος, πρόσμενε από ώρα σε ώρα να τον οδηγήση ο θάνατος στον Θεόν. Στο πλευρό του ο υποτακτικός π. Παντελεήμων, στοργικός υιός και φύλαξ άγγελος.
— Τον πρόλαβες, Γέροντα, τον παπα-Σάββα τον Πνευματικό;
— Ω, τον Πνευματικό! Τον οσιώτατο και άγιο εκείνο Πνευματικό παπα-Σάββα! Την ευχή του νάχουμε. Πώς δεν τον πρόλαβα; Σ’ αυτόν εξωμολογούμην. Δεν έλειπα από την Καλύβη του. Και πάρα πολλές φορές τον εβοηθούσα στις Λειτουργίες ως ψάλτης.
— Για πες μας λοιπόν κάτι γι΄ αυτόν. Έχουμε πολλά ακούσει και σκεπτόμαστε να του γράψουμε τον βίο. Λένε πως ήταν σπουδαίος Πνευματικός.
— Είχε μεγάλη χάρι επάνω του. Ήξερε να σκορπίζη θάρρος σ΄όλους. Ιδιαίτερα εμψύχωνε τους νεαρούς μοναχούς. Μόλις τους αντίκρυζε στο εξομολογητήριο του «καλώς τα αγγελούδια!» τους έλεγε χαμογελαστά. «Καλώς, καλώς ήρθαν τα αγγελούδια μου. Εγώ αυτά τα νεαρά καλογέρια αγγέλους τα θεωρώ, που για την αγάπη του γλυκυτάτου μας Χρίστου άφησαν του κόσμου την ματαιότητα και ήρθαν εδώ στας ερήμους». Σ’ όλους επίσης τους αποθαρρυμένους έδινε κουράγιο. «Να μην απογινώσκης (=να μην απελπίζεσαι) έλεγε και ξανάλεγε κάθε τόσο.
— Λένε, Γέροντα, πως είχε μεγάλη τέχνη στην Εξομολόγησι.
— Μεγάλη τέχνη και μεγάλη αγάπη. Δεν ήθελε να του κρύβουν τα αμαρτήματα. Έβλεπε κανένα νεαρό μοναχό η δόκιμο που ντρεπόταν να τα πή όλα, και τι μηχανευόταν; Τεχνάσματα. Τεχνάσματα της αγάπης. «Λέγε, παιδί μου, χωρίς δισταγμό τις αμαρτίες σου. Εγώ είμαι γεροντάκι. Μπορεί να με πάρη και ο ύπνος. Εσύ να συνεχίσης. Ο Χριστός είναι παρών και τα ακούει όλα. Εξομολογήσου τα όλα άφοβα, να καθαρίσης την ψυχή σου, να την κάνης λευκή σαν το χιόνι». Άρχιζε εκείνος να λέη. Ο Πνευματικός φαινόταν πως νυστάζει. Έγερνε το κεφάλι του και ροχάλιζε. Εκείνος εξαγόρευε τότε τις πιο βαρειές αμαρτίες. Ο Πνευματικός έκανε πως ξυπνούσε. Εκείνος συνέχιζε με ελαφρότερες. «Παιδί μου, σταμάτησε λίγο. Προηγουμένως είπες κάποια αμαρτία. Πως την είπες; Δεν άκουσα καλά. Πες την καθαρώτερα να καθαρίσης την ψυχή σου». Εκείνος έπαιρνε θάρρος και την διευκρίνιζε. Ξαλάφρωνε έτσι η ψυχή του, χαιρόταν ο Θεός και πληγωνόταν ο διάβολος.
— Ω, Γέροντα, σ΄ ευχαριστούμε. Μας έδωσες πολύτιμα στοιχεία. Μένουμε κι΄εμείς έκπληκτοι από την τέχνη του μεγάλου αυτού Πνευματικού. Τέχνασμα που σκέφθηκε! Παρόμοιο στο είδος του δεν έχουμε ξανακούσει.
— Σας είπα. Είχε μεγάλη τέχνη και μεγάλη αγάπη.
Τέτοιοι Πνευματικοί δεν βρίσκονται σήμερα.
***
Στην Σκήτη της Αγίας Άννης κάπου ψηλά είχε την Καλύβη του ένας Πνευματικός. Πνευματικός κι΄αυτός, αλλά χωρίς την πείρα και την διάκρισι του παπα-Σάββα. Στο εξομολογητήριό του κατέφθασε κάποια φορά ενας βαρειά, πολύ βαρειά αμαρτωλός. Άλλος με τόσα μεγάλα κρίματα δεν του ξανάτυχε.
Εκείνος, σωστός κάλαμος συντετριμμένος, άρχισε την εξαγόρευσι. Ο Πνευματικός καθώς τον άκουγε κυριεύθηκε από φρίκη. Αναταράχθηκαν τα σωθικά του. «Θεέ μου! Πω, πω,φρικαλεότητες! Τί ακούω! Τί σατανας είναι τούτος»!
Δεν πρόλαβε ο δυστυχής ν’ αποτελειώση και ο Πνευματικός γεμάτος ταραχή:
— Σταμάτησε, του λέει. Έχω φρίξει. Θα χάσω το μυαλό μου. Δεν είναι ανθρώπινες αμαρτίες αυτές. Σατανικές είναι. Φύγε. Η συγχώρησι σου έλειψε! Φύγε. Δεν μπορώ άλλο να σε ακούω. Φύγε.
Το μόνο που του είχε απομείνει στον κόσμο ήταν το έλεος του Θεού, αφού όμως και η πόρτα αυτή έκλεισε, δεν του απέμενε τίποτε. Αντικρύζοντας κάτω την θάλασσα σκεπτόταν την μόνη λύσι: Να ορμήση δηλαδή να πνιγή. Να θέση τέρμα στις τραγωδίες του.
Ο Θεός όμως είναι μεγάλος. Στην κατάστασι αυτή τον είδε κάποιος Αγιαννανίτης, που έτυχε να είναι και γνώριμος.
— Ε! τί συμβαίνει; Πώς είσαι έτσι; Τί έχεις;
Εκείνος δεν μιλούσε.
—Ε! τί έπαθες; Γιατί δεν μιλάς;
Με τα πολλά κατώρθωσε να μάθη τα καθέκαστα. Στενοχωρήθηκε, πικράθηκε η ψυχή του. Πώς να τον βοηθήση; Σκέφθηκε πως μία μόνο λύσις απέμενε, να τον οδηγήση πάση θυσία στον παπα-Σάββα. Κουράσθηκε πολύ, αλλά στο τέλος νίκησε.
Σαν τον αντίκρυσε ο παπα-Σάββας κατάλαβε όλο του το δράμα. Ο αδελφός μου σκέφθηκε βρίσκεται στην άβυσσο. Για να τον ανεβάσω χρειάζεται να κατεβώ κι’ εγώ ως εκεί.
— Πνευματικέ, υπάρχει για μένα σωτηρία;
— Για σένα, αδελφέ μου; Για όλους υπάρχει σωτηρία. Η ευσπλαγχνία του Θεού είναι πιο πλατειά από τον ουρανό και πιο βαθειά από την άβυσσο.
— Μπά! Για μένα τον αμαρτωλό δεν υπάρχει σωτηρία. Αδύνατον. Δεν υπάρχει για μένα.
— Για σένα; Αστείο. Αφού, να σκεφθής, υπήρξε για μένα σωτηρία.
— Και τί αμαρτίες έκανες εσύ;
— Μεγάλες, πολύ μεγάλες αμαρτίες.
— Τί μεγάλες! Ποιος μπορεί να έχη φταίξει στον Θεόν σαν εμένα τον ταλαίπωρο!
— Και όμως! Νά, κάποτε δεν πρόσεξα, παρασύρθηκα κι’ έπεσα στην έξης αμαρτία.
Και ανέφερε εδώ ο παπα-Σάββας κάποια σοβαρή αμαρτία. Ο άλλος τότε σαν να ζωντάνεψε. Πήρε θάρρος.
— Α! Πνευματικέ μου, την αμαρτία αυτή έτσι ακριβώς την έχω κάνει κι’ εγώ.
— Κι’ εσύ; Μην ανησυχής. Ο Θεός θα σε συγχωρήση. Αρκεί που το ωμολόγησες.
Ο παπα-Σάββας προχώρησε με τον ίδιο τρόπο. Το τέχνασμα πέτυχε απόλυτα. Ξεθάρρεψε ο δυστυχής και παρουσίασε με κάθε ειλικρίνεια όλο τον θλιβερό κατάλογο των εγκλημάτων του. Του έδινε κουράγιο η ιδέα πως και ο Πνευματικός ήταν όμοιός του.
— Εγώ, του λέει στο τέλος ο παπα-Σάββας, μετανόησα και έκλαψα πικρά. Έχω δύο χρόνια τώρα που άλλαξα ζωή. Μου έβαλαν κανόνα να γίνω Πνευματικός. Το έκανα κι΄ αυτό. Έκανα ελεημοσύνες. Έκανα νηστείες. Έγινα άλλος άνθρωπος.
— Κι’ εγώ, Πνευματικέ μου, μετανοώ μ΄ όλη μου την ψυχή. Και νηστείες και ό,τι άλλο μου πης θα το εφαρμόσω.
— Αφού αποφασίζεις ν’ αλλάξης ζωή, σκύψε να σου διαβάσω την συγχωρητική ευχή, να σου εξαλείψη ο Θεός όλες τις άμαρτίες.
Έπειτα από λίγο ένας άνθρωπος φτερούγιζε από χαρά, γιατί πέταξε από πάνω του δυσβάσταχτα φορτία. Συναντώντας στην Αγία Άννα τον γνωστό του:
— Μ’ έσωσες, του λέει. Έγινα άλλος άνθρωπος.
— Να δοξάζης τον Θεόν.
— Καλός Πνευματικός. Καλός. Πονετικός. Μόνο που ο καημένος έκανε στην ζωή του χειρότερα από μένα.
Ο άλλος που μπήκε αμέσως στο νόημα:
— Χειρότερα από σένα; Να γελάσω λίγο! Αυτός, Χριστιανέ μου, ζή από μικρός στο Άγιον Όρος και είναι σωστός άγγελος. Γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη και ιερεύς.
Ο άλλος έμεινε άναυδος. Τί συνέβαινε; Με τις εξηγήσεις όμως που του έγιναν κατάλαβε το τέχνασμα της αγάπης. Δοκίμασε μεγάλη έκπληξι. Πράγματι έπειτα από το πλήγμα που του έφερε ο προηγούμενος Πνευματικός, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να σωθή από το χείλος της αβύσσου. Και από την στιγμή αυτή κορυφώθηκε μέσα του ένας απέραντος θαυμασμός και μία απεριόριστη αγάπη για τον υπέροχο αυτόν ιατρό και θεραπευτή των ψυχών.
Μερικοί Αγιορείτες, ας το σημειώσουμε κι΄ αυτό, δεν συμφωνούσαν με τούτα τα τεχνάσματα του Πνευματικού. Δεν είχαν όμως δίκιο, γιατί ο παπα-Σάββας, διακριτικός, διακριτικώτατος όπως ήταν, εγνώριζε πως και πότε και πόσο και σε ποιές περιπτώσεις να τα χρησιμοποιή, χωρίς να προκύπτη η παραμικρή βλάβη, το ελάχιστο σκάνδαλο.
πηγή: Αρχιμανδρίτου Χερουβείμ, Σύγχρονες Αγιορείτικες μορφές (6), Σάββας ο πνευματικός, Έκδοσις Η’, Ιερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός, Αττικής 1995

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Χαρίκλεια Φωτοπούλου - Θεολόγος - Καθηγήτρια Μ.Ε. Αυτονομία, αγαθοεργία και δικαιοσύνη κατά τη δημιουργία ζωής



Chromosomes on black background
Διερευνώντας ηθικά τα προβλήματα και τα διλήμματα, που προκύπτουν από την εφαρμογή των τεχνικών παρεμβατικής αναπαραγωγής η βιοηθική επιχειρεί να προσδιορίσει το ηθικά σωστό, ωφέλιμο και συμφέρον για τους προσφεύγοντες σ’ αυτές με βάση το αν οι τεχνικές αυτές εξυπηρετούν τις μεταβαλλόμενες μέσα στο χρόνο σωματικές και υλικές ανάγκες αυτών που προσφεύγουν σ’ αυτού του είδους τις τεχνικές κι όχι με βάση το αν ικανοποιούνται οι ανάγκες της πνευματικής τους ζωής, οι οποίες διαφέρουν ανάλογα με τη θρησκεία, τη φιλοσοφία, τον πολιτισμό.
Στο παρόν η ηθική, νομική, κοινωνική εξέταση των διαφόρων προβλημάτων και διλημμάτων γίνεται με τη συμβολή της φιλοσοφικής αρχής, που ορίζει ότι για ν’ αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα πρέπει πρώτα να εξετάσουμε μήπως η δυσκολία του οφείλεται σε δικές μας παραλήψεις, παρανοήσεις ή παρεξηγήσεις κι έπειτα να ορίσουμε σωστά το θέμα που μας απασχολεί. Στο μέλλον αναμένεται από τη βιοηθική να δώσει τη λύση των προβλημάτων και διλημμάτων, των συνυφασμένων με την εφαρμογή και τις επιπτώσεις στον άνθρωπο των παρεμβατικών αναπαραγωγικών τεχνικών, η ίδια η επιστημονική πρόοδος στον τομέα της αναπαραγωγής.
Έτσι, μια μελλοντική τεχνητή παρασκευή ωαρίων θα καταργήσει την ιδιοκτησία του ωαρίου και θα εξαλείψει προβλήματα και διλήμματα, όπως το δίλημμα περί της πραγματικής μητέρας στην περίπτωση της παρένθετης μητρότητας, το οποίο θα ξεπεραστεί, αφού δε θα υπάρχει η έννοια της φυσικής μητέρας ή περί του χρονικού διαστήματος φύλαξης των περισσευούμενων εμβρύων και του επιτρεπτού της θανάτωσης ή της δωρεάς αυτών σε άτεκνα ζεύγη ή την έρευνα, που θα ξεπεραστεί, αφού δεν θα υπάρχει λόγος παρασκευής πλεοναζόντων εμβρύων[1].
 Η επιχειρούμενη ηθική αξιολόγηση στοχεύει όχι στο να απορριφθούν ή να γίνουν δεκτές στο σύνολό τους ή μεμονωμένα οι εν λόγω τεχνικές, αλλά στο να εξασφαλιστεί η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σύγκλιση διαφορετικών απόψεων και η ευρύτερη δυνατή συναίνεση κατά τον προσδιορισμό του ηθικά σωστού, ωφέλιμου και συμφέροντος, ν’ αμβλυνθούν οι προκαλούμενοι ενδοιασμοί και να προετοιμαστεί η κοινωνία να τις αποδεχτεί, αφού υπάρχει το ενδεχόμενο να ωφεληθεί μια κοινωνία από την εφαρμογή τους, την οποία ενδεχομένως απέρριψε μια άλλη.
Ο στόχος της ηθικής αξιολόγησης των τεχνικών παρεμβατικής γονιμοποίησης από τη βιοηθική είναι ο λόγος, ο οποίος συντελεί στο να παραμερίζονται από αυτή οι ηθικές θεωρίες, που αποτέλεσαν τη φιλοσοφική της αφετηρία, αφού το ίδιο δίλημμα επιδέχεται διαφορετική λύση, αν εφαρμοστούν παραδοσιακές ηθικές θεωρίες, απ’ αυτή που επιδέχεται, αν εφαρμοστούν νεότερες, αλλά και μεταφυσικές φιλοσοφικές αντιλήψεις και οι θρησκευτικές διδασκαλίες, καθώς αυτές αφορούν προσωπικές αντιλήψεις μη εκφράζουσες το σύνολο των μελών των σύγχρονων πολυπολιτισμικών κοινωνιών κι η οποιαδήποτε θεολογική τεκμηρίωση της ηθικής αξιολόγησης θα σήμαινε απόπειρα να επιβληθούν έμμεσα θρησκευτικές απόψεις σε ανθρώπους που δεν τις δέχονται[2]. Ωστόσο, αυτό δεν εμποδίζει να λαμβάνονται υπόψη σύγχρονες κοινωνικές τάσεις, όπως η έντονη τάση για απόδοση των δικαιωμάτων του βίου στο έμβρυο[3].
Επίσης, ο στόχος της ηθικής αξιολόγησης των τεχνικών παρεμβατικής γονιμοποίησης είναι ο λόγος που οδηγεί τη βιοηθική στο να χρησιμοποιεί ως κριτήρια αξιολόγησης κυρίως τέσσερις αρχές που φαίνεται να έχουν τη γενική συναίνεση, αλλά επιτρέπουν με τη γενική διατύπωσή τους στον καθένα να τις ερμηνεύει με τρόπο που επιβεβαιώνει τις δικές του αντιλήψεις για το ηθικά σωστό και δίκαιο,[4]δίνουν τη δυνατότητα να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται με τον τρόπο που ορίζουν τα συμφέροντα και οι επιθυμίες των ισχυρών[5]κι εύκολα παραμερίζονται.[6]
 Οι αρχές αυτές είναι:
  • Η αρχή της αυτονομίας ή αυτοδιάθεσης.[7] Σύμφωνα μ’ αυτή κάθε άνθρωπος  πρέπει να σκέφτεται, ν’ αποφασίζει και να ενεργεί ελεύθερα και ανεξάρτητα χωρίς κανενός είδους εξαναγκασμό και η οποιαδήποτε επιλογή του σχετικά με τη ζωή του και την υγεία του πρέπει να γίνεται σεβαστή.[8] Απαραίτητες προϋποθέσεις για το σεβασμό της αυτονομίας είναι η διατύπωση της αλήθειας, ο σεβασμός της ατομικότητας και ιδιαιτερότητας καθενός, η προστασία σε εμπιστευτικές πληροφορίες, η συγκατάθεση του ασθενούς, η βοήθεια για λήψη αποφάσεων[9], η ενημέρωση για τα δεδομένα, τις δυνατότητες, τις συνέπειες των επιλογών.
  • Η αρχή της μη πρόκλησης βλάβης και πόνου, η οποία ορίζει να μην προκαλεί κανείς πόνο στο συνάνθρωπο και να μη βλάπτει τη σωματική και την ψυχική υγεία του, αλλά και τα ενδιαφέροντά του.
  • Η αρχή της αγαθοεργίας ή ωφέλειας, η οποία προτρέπει τον καθένα να ενεργεί με βάση αυτό που θεωρεί ότι ωφελεί το συνάνθρωπό του, αλλά και με βάση αυτό που ο συνάνθρωπος θεωρεί καλό για τον εαυτό του.
  • Η αρχή της δικαιοσύνης. Σύμφωνα μ’ αυτή πρέπει να υπάρχει ίση αντιμετώπιση όλων των ανθρώπων και δίκαιη κατανομή αγαθών και υπηρεσιών.
Όμως, η ηθική αξιολόγηση της βιοηθικής παρά τη χρησιμοποίηση των τεσσάρων αυτών αρχών, που έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή, μεταβάλλεται και προσαρμόζεται διαρκώς σε νέα δεδομένα, καθώς η επιστημονική γνώση στον τομέα της αναπαραγωγής διαρκώς εμπλουτίζεται και οι βιολογικές και υλικές ανάγκες αυτών που προσφεύγουν στην παρεμβατική γονιμοποίηση με βάση τις οποίες προσδιορίζεται το ηθικά σωστό, ωφέλιμο και χρήσιμο για τον άνθρωπο μεταβάλλονται[10].
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Θ. Πελεγρίνης, Ιατρική Ηθική2, (Αθήνα 2012), σελ. 77-80.
[2] Μ. Βάντσος, Η χριστιανική προσέγγιση της βιοηθικής στην πολυπολιτισμική κοινωνία, διαδικτυακός τόπος:http:// www.cen.gr/index.php/2011-05-04-11-45-21/178-2011-05-07-21-36-58   (ανάκτηση  24-02-2013)
[3] Βιο – Ηθική, διαδικτυακός τόπος: http://www.biopolitics.gr/BIOPOLITICS/HTML/PUBS/SYLLAB/greek/ethicd.htm (ανάκτηση 05-04-2013)
[4] Μ. Βάντσος, Η χριστιανική προσέγγιση της βιοηθικής στην πολυπολιτισμική κοινωνία, διαδικτυακός τόπος:http:// www.cen.gr/index.php/2011-05-04-11-45-21/178-2011-05-07-21-36-58   (ανάκτηση 24-02-2013)
[5] Γ. Μαντζαρίδης, «Βιοηθική: Η ηθική της παγκοσμιοποίησης», Ίνδικτος 14, σελ. 28.
[6] Ν. Κόϊος, Ηθική θεώρηση των τεχνικών  παρεμβάσεων στο ανθρώπινο γονιδίωμα,(Αθήνα 2003),σελ.123
[7] Γ. Κατσιμίγκας και Γ. Βασιλοπούλου, «Βασικές αρχές βιοηθικής και ορθόδοξης ηθικής», Το Βήμα του Ασκληπιού τόμ. 9, τεύχ. 2, σελ. 163-164.
[8] American Academy of Pediatrics,‹‹ Sterilization of minors with developmental disabilities››, Committee of  Bioethics, Pediatrics 1999,104(2):337-340
[9] Γ. Κατσιμίγκας και Γ. Βασιλοπούλου, «Βασικές αρχές βιοηθικής και ορθόδοξης ηθικής», Το Βήμα του Ασκληπιού τόμ. 9, τεύχ. 2, σελ. 163-164.
[10] Μ. Βάντσος, Η χριστιανική προσέγγιση της βιοηθικής στην πολυπολιτισμική κοινωνία, διαδικτυακός τόπος:http:// www.cen.gr/index.php/2011-05-04-11-45-21/178-2011-05-07-21-36-58   (ανάκτηση 24-02-2013)