Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Μνήμη θανάτου


Σε παλιότερες εποχές, όταν οι Χριστιανοί βρίσκονταν πλησιέστερα στις παγανιστικές τους ρίζες και στη φοβερή και συνταρακτική εμπειρία της μεταστροφής τους, μιλούσαν για το θάνατο ως μια γέννηση στην αιώνια ζωή.
Δεν τον αντιλαμβάνονταν ως τέλος, ως μια έσχατη ήττα, αλλά ως μια αρχή.
Θεωρούσαν τη ζωή ως άνοδο προς την αιωνιότητα και το θάνατο ως την πύλη που ανοίγει και μας αφήνει να εισέλθουμε σ' αυτήν.
Αυτό μάλιστα εξηγεί και το γιατί, τόσο συχνά, οι πρώτοι Χριστιανοί συνήθιζαν να υπενθυμίζουν ο ένας στον άλλο το θάνατο με φράσεις όπως «έχε μνήμη θανάτου», ενώ στις ευχές που μας άφησε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ως πολύτιμη κληρονομιά υπάρχει μια αίτηση, με την οποία ζητούμε από τον Θεό να μας δώσει «μνήμη θανάτου».
Όταν αναφέρονται αυτές οι λέξεις στον σύγχρονο άνθρωπο, η αντίδρασή του είναι συνήθως η απόρριψη και η αποστροφή.
Μήπως σημαίνουν αυτές οι λέξεις ότι θα πρέπει να θυμόμαστε πως ο θάνατος είναι σαν τη Δαμόκλειο σπάθη, που κρέμεται από μια τρίχα πάνω από τα κεφάλια μας και πως, ανά πάσα στιγμή, μπορεί το συμπόσιο της ζωής να τερματιστεί τραγικά;
Σημαίνουν μήπως πως oποτεδήποτε βρούμε μια χαρά, θα πρέπει αμέσως να συνειδητοποιούμε ότι αυτή θα έχει ένα τέλος;
Πρέπει μήπως να επιθυμούμε να συσκοτίζεται το φως κάθε μέρας με το φόβο ενός επικείμενου θανάτου;
Όχι, δεν αισθάνονταν έτσι οι πρώτοι Χριστιανοί.
Αυτό που αισθάνονταν είναι ότι ο θάνατος αποτελεί μια αποφασιστική στιγμή, όταν όσα μπορούμε να κάνουμε πάνω στη γη φθάνουν σ' ένα τέλος.
Πρέπει λοιπόν να βιαστούμε να επιτύχουμε πάνω στη γη όσα μπορούμε να επιτύχουμε. Η μνήμη του θανάτου αποτελεί, κατά έναν παράδοξο τρόπο, ένα σκοπό για να επιτύχουμε στη ζωή, για να γίνουμε το αληθινό πρόσωπο που κληθήκαμε από τον Θεό να γίνουμε, για να πλησιάσουμε όσο περισσότερο μπορούμε αυτό που ο απόστολος Παύλος αποκαλεί «μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», για να γίνουμε όσο το δυνατόν καλύτερα μια απαραμόρφωτη εικόνα του Θεού.
Ο απόστολος Παύλος σε μία από τις επιστολές του λέει ότι πρέπει να βιαστούμε να ζήσουμε, επειδή ο χρόνος είναι απατηλός. Ζούμε όλες τις μέρες της ζωής μας σαν να γράφουμε βιαστικά, απρόσεχτα, ένα πρόχειρο γραφτό που μια μέρα θα καθαρογραφεί.
Είναι σαν να ετοιμαζόμαστε να κτίσουμε και μαζεύουμε όλα τα χρειώδη που αργότερα θα οργανωθούν σε ομορφιά, αρμονία και νόημα. Ζούμε μ' αυτό τον τρόπο, χρόνο με το χρόνο, δίχως να ολοκληρώνουμε ή να τελειοποιούμε αυτά που μπορούμε να κάνουμε, επειδή έχουμε καιρό μπροστά μας.
Λέμε στον εαυτό μας: αργότερα θα κάνω κάτι, αυτό μπορεί να γίνει αργότερα, κάποια μέρα θα κάνω το καθαρό γράψιμο. Αλλά τα χρόνια περνούν και δεν κάνουμε τίποτε.
Αυτό συμβαίνει όχι μόνο επειδή πλησιάζει ο θάνατος, αλλά επειδή σε κάθε περίοδο της ζωής μας δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε όσα η προηγούμενη περίοδος μας έχει επιτρέψει να κάνουμε.
Δεν μπορούμε να επιτύχουμε μια όμορφη και γεμάτη νεότητα κατά την περίοδο της ωριμότητας, όπως δεν μπορούμε, σε μεγάλη ηλικία, να αποκαλύψουμε στον Θεό και στον κόσμο αυτό που πιθανώς θα ήμασταν στα χρόνια της ωριμότητας.
Υπάρχει ο κατάλληλος καιρός για όλα τα πράγματα, αλλά, μόλις περάσει, δεν είναι πλέον δυνατόν να γίνουν αυτά.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ έλεγε ότι υπάρχει φωτιά στα μάτια των νέων, αλλά θα έπρεπε να υπάρχει και φως στα μάτια των γερόντων.
Ο καιρός της δυνατής φωτιάς περνά, ο καιρός του φωτός πλησιάζει, αλλά όταν έλθει ο καιρός για να γίνουμε φως, δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε αυτά τα πράγματα που έπρεπε να είχαν γίνει την εποχή που ήμασταν φωτιά.
Ο χρόνος είναι απατηλός.
Όταν μας λένε ότι πρέπει να θυμόμαστε το θάνατο, δεν είναι για να μας δώσουν φόβο για τή ζωή, αλλά για να μας κάνουν να ζήσουμε με όλη την ένταση που θα είχαμε αν συνειδητοποιούσαμε ότι κάθε στιγμή είναι μόνο η στιγμή πού κατέχουμε, και ότι η κάθε στιγμή της ζωής πρέπει να είναι τέλεια: μας υποδεικνύεται όχι το βάθος αλλά η κορυφή του κύματος, όχι μια ήττα αλλά ένας θρίαμβος.
Έτσι, η μνήμη θανάτου φαίνεται ότι είναι η μόνη δύναμη που κάνει τελικά τη ζωή έντονη.
Εκείνοι που είχαν την ευκαιρία να ζήσουν για κάποια περίοδο μ' έναν ετοιμοθάνατο, μ' ένα πρόσωπο που γνωρίζει τον ερχομό του θανάτου, και έχουν συνειδητοποιήσει κι αυτοί αυτό το γεγονός, θα πρέπει να κατανοήσουν το τι μπορεί να σημαίνει για μια σχέση η παρουσία του θανάτου.
Σημαίνει πως κάθε λέξη οφείλει να περιλαμβάνει όλο το σεβασμό, όλη την ομορφιά, όλη την αρμονία και την αγάπη που πιθανώς να βρισκόταν σε κατάσταση νάρκης σ' αυτήν τη σχέση.
Σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε το ασήμαντο, επειδή όσο ασήμαντο κι αν είναι κάτι, μπορεί να γίνει είτε έκφραση αγάπης ή ακόμη και άρνησή της.
Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό, επειδή χρωματίζει όλη μας τη στάση απέναντι στο θάνατο. Μπορεί να τη μετατρέψει σε μεγάλη πρόκληση, σε κάτι που θα μας επιτρέψει να αναπτυχθούμε στο πλήρες μέτρο της ηλικίας και στο να προσπαθούμε συνεχώς να είμαστε όλα όσα μπορούμε να γίνουμε, χωρίς ελπίδα να βελτιωθούμε αργότερα αν δεν φροντίσουμε να είμαστε σωστοί από σήμερα.
Ο Ντοστογιέφσκυ, στους "Αδελφούς Καραμαζώφ", μιλά για την κόλαση.
Λέει πως η κόλαση μπορεί να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: «πολύ αργά!»
Μόνο η μνήμη του θανάτου μας επιτρέπει να ζήσουμε αυτό που δεν θα έπρεπε ποτέ να αντιμετωπίσουμε υπό το βάρος αυτής της φοβερής συνειδητοποίησης:
είναι πολύ αργά.
Λέξεις ή χειρονομίες που θα μπορούσαν να γεμίσουν μια σχέση δεν μπορούν πλέον να λεχθούν ή να πραγματοποιηθούν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει αυτό στο τέλος, αλλά ότι δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μ' έναν άλλο τρόπο, με πολύ πόνο.
Πριν από αρκετά χρόνια, ήρθε να με δει ένας ηλικιωμένος γύρω στα ογδόντα πέντε. Ήθελε να με συμβουλευτεί, επειδή δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει με την αγωνία με την οποία είχε ζήσει για περίπου εξήντα χρόνια. Στον εμφύλιο πόλεμο της Ρωσίας είχε σκοτώσει το κορίτσι που αγαπούσε και που και αυτό τον αγαπούσε. Αγαπούσε ο ένας τον άλλο πολύ. Σκόπευαν να παντρευτούν, αλλά κατά τη διάρκεια μιας σκοποβολής, αυτή είχε τρέξει ξαφνικά μπροστά από τη γραμμή σκόπευσης και έτσι ήταν πολύ αργά για να εκτρέψει τη βολή του.
Για εξήντα χρόνια δεν είχε μπορέσει να βρει ειρήνη.
Όχι μόνο είχε κόψει το νήμα μιας ζωής που του ήταν άπειρα πολύτιμη, αλλά μιας ζωής που άνθιζε και που ήταν εξίσου πολύτιμη και για το κορίτσι που αγαπούσε.
Μου είπε ότι προσευχόταν, ζητούσε συγγνώμη από τον Κύριο, είχε εξομολογηθεί, είχε μετανοήσει, είχε λάβει την άφεση και τη Θεία Κοινωνία - είχε κάνει όλα όσα η φαντασία του και η φαντασία αυτών που είχε στραφεί για συμβουλές είχε προτείνει, ποτέ όμως δεν μπόρεσε να βρει ειρήνη.
Με μια έμπνευση έντονης και δυνατής συμπάθειας, του είπα:
«Στρέφεσαι στον Χριστό που δεν έχεις δολοφονήσει, στους ιερείς που δεν έχεις πληγώσει. Γιατί δεν έχεις σκεφτεί να στραφείς στο κορίτσι που σκότωσες;»
Εξεπλάγη. Δεν μπορεί ο Θεός να συγχωρήσει;
Δεν είναι ο μόνος που μπορεί να συγχωρήσει τις αμαρτίες των ανθρώπων πάνω στη γη;
Και όμως, έτσι είναι.
Του είπα λοιπόν πως, αν το κορίτσι που πυροβόλησε μπορούσε να τον συγχωρήσει, να μεσολαβήσει γι' αυτόν, τότε ακόμη κι ο Θεός δεν θα μπορούσε να την προσπεράσει ασυγκίνητος.
Υπάρχει μια ιστορία για τον προφήτη Δανιήλ.
Ο Δανιήλ προσεύχεται και ο Θεός του λέει ότι η προσευχή του είναι μάταιη. Αυτό οφείλεται στο ότι μια ηλικιωμένη γυναίκα, που τον φθονεί, προσεύχεται ενάντια στην προσευχή του Δανιήλ και έτσι η προσευχή της είναι σαν δυνατός άνεμος που σβήνει τη φλόγα της προσευχής που ο Δανιήλ έλπιζε πως θα φθάσει στον ουρανό.
Αυτή ήταν η εικόνα που πιθανώς μου ήρθε υποσυνείδητα. Του πρότεινα να κάθεται μετά τη βραδινή προσευχή και να διηγείται στην κοπέλα γι' αυτά τα εξήντα χρόνια πνευματικής αγωνίας, για μια καρδιά που σπαταλήθηκε, για τον πόνο που είχε υπομείνει, και να της ζητήσει συγγνώμη και κατόπιν να της ζητήσει να μεσολαβήσει γι' αυτόν στον Κύριο να στείλει ειρήνη στην καρδιά του, αν βεβαίως τον είχε κι αυτή συγχωρήσει.
Το έκανε, και ήλθε η ειρήνη.
Έτσι μπορεί να εκπληρωθεί ό, τι έχει μείνει ατέλειωτο στη γη. Ό, τι έχει αποτύχει στη γη μπορεί να θεραπευθεί αργότερα, αλλά το τίμημα μπορεί να είναι πολλά χρόνια πόνου και τύψεων, δακρύων και μοναξιάς.
Τώρα, όταν σκεφτόμαστε το θάνατο, δεν μπορούμε να τον φανταστούμε ούτε ως ένα ένδοξο ούτε ως ένα άθλιο γεγονός.
Η εικόνα που μας δίνει ο Θεός στη Βίβλο και στα Ευαγγέλια είναι πιο περίπλοκη απ' αυτήν.
Να το θέσω αλλιώς: ο Θεός δεν μας δημιούργησε για το θάνατο και για την καταστροφή.
Μας δημιούργησε για την αιώνια ζωή.
Μας κάλεσε στην αθανασία - όχι μόνο στην αθανασία της αναστάσεως αλλά σε μια αθανασία που δεν γνωρίζει θάνατο.
Ο θάνατος εισήλθε ως αποτέλεσμα της αμαρτίας.
Εισήλθε επειδή ο άνθρωπος έχασε τον Θεό, στράφηκε μακριά απ' Αυτόν, έψαξε να βρει τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να κάνει πράγματα μακριά από τον Θεό.
Τη γνώση που θα αποκτούσε μέσω της κοινωνίας με τη γνώση και τη σοφία του Θεού, ο άνθρωπος προσπάθησε να την αποκτήσει μόνος του.
Αντί να ζει κοντά στον Θεό, διάλεξε τη δική του ανεξαρτησία.
Ο Γάλλος πάστορας Ρολλάν ντε Κυρί γράφει κάπου, με έναν τρόπο που αποτελεί ίσως μια καλή εικόνα, ότι τη στιγμή που ο άνθρωπος έστρεφε την πλάτη του στον Θεό και κοίταζε το άπειρο μπροστά του, τη στιγμή εκείνη δεν υπήρχε Θεός γι' αυτόν και, καθώς ο Θεός είναι η μόνη πηγή ζωής, δεν γινόταν παρά να πεθάνει.
Αυτό σημαίνει ότι στο θάνατο υπάρχει μια τραγωδία.
Από τη μια πλευρά ο θάνατος είναι τερατώδης, δεν θα έπρεπε κάν νά υπάρχει, Ο θάνατος είναι αποτέλεσμα της απώλειας του Θεού.
Από την άλλη πλευρά όμως, μια, ατέλειωτη διάρκεια χρόνου χωρισμένη από τον Θεό, πολλές χιλιάδες χρόνων ζωής δίχως καμιά ελπίδα ότι θα υπάρξει ένα τέλος σ' αυτόν το χωρισμό από τον Θεό, θα ήταν κάτι το πολύ τρομακτικότερο κι από αυτήν τη διάλυση του σωματικού μας πλαισίου, που αποτελεί ένα τέλος σ' αυτόν το φαύλο κύκλο.
Έτσι, υπάρχει και μία άλλη πλευρά του θανάτου: όσο στενή πύλη κι αν είναι, είναι ωστόσο η μόνη πύλη που μας επιτρέπει να αποδράσουμε από τον φαύλο κύκλο του ατέλειωτου χρόνου μακριά από τον Θεό - ένας κτιστός ατέλειωτος χρόνος, όπου δεν υπάρχει, χώρος για να ξαναγίνουμε μέτοχοι της ζωής του Θεού και τελικά μέτοχοι της Θείας φύσης.
Γι' αυτό ο απόστολος Παύλος μπόρεσε να πει: «Εμοί γαρ το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος». Επειδή όσο ζω σ' αυτό το σώμα θα είμαι χωρισμένος από τον Χριστό.
Γι' αυτό σε ένα άλλο εδάφιο λέγει ότι γι' αυτόν το να πεθάνει δεν σημαίνει ότι απλώς ρίχνει από τους ώμους του την πρόσκαιρη ζωή, σημαίνει ότι ενδύεται την αιωνιότητα.
Ο θάνατος δεν αποτελεί ένα τέλος, είναι μια αρχή.
Είναι μια πόρτα που ανοίγει και μας εισάγει στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας, που θα ήταν κλειστή για μας για πάντα αν ο θάνατος δεν μας απελευθέρωνε από την ενσωμάτωσή μας στα γήινα πράγματα.
Αυτές οι δυο πλευρές πρέπει να παίξουν έναν σημαντικό ρόλο στη στάση μας απέναντι στο θάνατο. Όταν πεθαίνει κάποιος, νομιμοποιούμαστε να είμαστε συντετριμμένοι.
Μπορούμε να παρατηρούμε με τρόμο το γεγονός ότι η αμαρτία σκότωσε το πρόσωπο που αγαπάμε.
Μπορούμε να αρνηθούμε το θάνατο ως την τελευταία λέξη, το τελευταίο γεγονός της ζωής.
Έχουμε δίκιο όταν κλαίμε πάνω στον κεκοιμημένο, επειδή αυτό δεν έπρεπε να συμβεί. Το πρόσωπο αυτό σκοτώθηκε από το κακό.
Από την άλλη πλευρά, μπορούμε να χαιρόμαστε επειδή μια νέα ζωή, απεριόριστη, ελεύθερη, άρχισε γι' αυτόν ή γι' αυτήν.
Και πάλι, μπορούμε να κλαίμε για τον εαυτό μας, για την απώλεια που νιώθουμε, τη μοναξιά μας, αλλά την ίδια στιγμή πρέπει να μάθουμε τι είχε ήδη προβλέψει και προείπει η Παλαιά Διαθήκη:
«κραταιά ως θάνατος αγάπη».
Αυτή είναι η αγάπη που δεν επιτρέπει να ξεθωριάσει η μνήμη του αγαπημένου, η αγάπη που μας κάνει να μη μιλούμε για τη σχέση μας με τον αγαπημένο στον αόριστο:
«Τον αγαπούσα, ήμασταν τόσο κοντά»,
αλλά μας κάνει να σκεφτόμαστε στον ενεστώτα:
«Τον αγαπώ, είμαστε τόσο κοντά».
Στην Καινή Διαθήκη, βρίσκουμε κάτι ακόμη σπουδαιότερο απ' αυτό. Με την ανάσταση του Χριστού, ο θάνατος ουσιαστικά κατεβλήθη.
Ο θάνατος έχει καταβληθεί με περισσότερους από έναν τρόπους.
Κατεβλήθη, επειδή γνωρίζουμε ότι με την ανάσταση του Χριστού ο θάνατος δεν αποτελεί την τελευταία λέξη και καλούμαστε να εγερθούμε ξανά και να ζήσουμε.
Ο θάνατος νικήθηκε επίσης με τη νίκη του Χριστού κατά της αμαρτίας και κατά του ίδιου του θανάτου, με την εις Άδου κάθοδο, επειδή η φρικτότερη άποψη του θανάτου, όπως τη συνέλαβε η Παλαιά Διαθήκη, ήταν ότι ο χωρισμός από τον Θεό, που είχε επιφέρει το θάνατο, είχε γίνει οριστικός, ακατάλυτος από τον ίδιο το θάνατο.
Όσοι είχαν πεθάνει -και αυτό εφαρμόζεται σε όλους- όσοι λοιπόν είχαν πεθάνει από την απώλεια του Θεού, Τον έχασαν για πάντα στο θάνατο.
Η Σεόλ της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο τόπος όπου δεν υπάρχει ο Θεός, ο τόπος του χωρισμού, της οριστικής και ανεπανόρθωτης απουσίας.
Με την ανάσταση του Χριστού, με την κάθοδό Του στον Άδη, ο θάνατος έφθασε στο τέλος του.
Υπάρχει ο χωρισμός πάνω στη γη και ο πόνος του χωρισμού, αλλά με το θάνατο δεν υπάρχει χωρισμός από τον Θεό.
Αντίθετα, ο θάνατος είναι η στιγμή και ο τρόπος με τον οποίο, όσο κι αν ήμασταν χωρισμένοι από τον Θεό, όσο κι αν ήμασταν ατελώς ενωμένοι ή εναρμονισμένοι μαζί Του, παρουσιαζόμαστε μπροστά Του.
Ο Θεός είναι ο σωτήρας του κόσμου.
Δεν μας λέει συνεχώς,
«Ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμο, αλλ' ίνα σώσω τον κόσμον»;
Στεκόμαστε λοιπόν μπροστά σ' Αυτόν, που είναι η σωτηρία.
Έτσι, ο θάνατος διαθέτει μια περιπλοκότητα -θα μπορούσαμε ίσως να πούμε έναν διφορούμενο χαρακτήρα-, αλλά δεν έχουμε το δικαίωμα, αν είμαστε λαός του Χριστού, να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να παραβλέψει τη γέννηση του κεκοιμημένου στην αιωνιότητα, επειδή είμαστε τόσο πληγωμένοι από την απώλεια και από τη γήινη μοναξιά μας.
Υπάρχει στο θάνατο και μια δύναμη της ζωής που μας εγγίζει. Αν η αγάπη μας είναι πιστή, αν έχουμε τη δύναμη να θυμόμαστε, όχι μόνο με το μυαλό αλλά και με την καρδιά μας, αυτούς που έχουμε αγαπήσει πάνω στη γη, τότε, σύμφωνα με τον Χριστό:
«όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών».
Είναι δύσκολο, αν όχι και αδύνατο, να μιλούμε για τα ζητήματα της ζωής και του θανάτου, αν αυτά δεν είναι προσωπικά.
Συναντούμε το θάνατο πρώτα απ' όλα στη ζωή μας, όχι ως ένα θέμα πάνω στο οποίο στοχαζόμαστε, αν και συμβαίνει κι αυτό, αλλά κυρίως ως αποτέλεσμα κάποιας απώλειας, δικής μας ή κάποιου άλλου.
Μάλιστα, αυτή η υποκατάστατη εμπειρία του θανάτου είναι που λειτουργεί ως υπόβαθρο για να στοχαζόμαστε εκ των υστέρων πάνω στη βεβαιότητα του δικού μας θανάτου, και για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε μ' αυτόν.
Ο πατέρας μου ήταν ένας ντροπαλός άνθρωπος.
Μιλούσε λίγο, και έτσι μιλούσαμε λίγο και μεταξύ μας.
Ανήμερα το Πάσχα αισθάνθηκε λίγο αδιάθετος και ξάπλωσε.
Κάθισα κοντά του και για πρώτη φορά στη ζωή μας μιλήσαμε τελείως ανοιχτά.
Δεν ήταν τόσο τα λόγια μας που ήταν σημαντικά.
Ήταν ένα άνοιγμα του μυαλού και της καρδιάς.
Οι πόρτες άνοιξαν.
Η σιωπή ήταν τόσο ανοιχτή και βαθιά όσο και οι λέξεις.
Κατόπιν έπρεπε να φύγω.
Χαιρέτησα όλους όσοι ήταν στο δωμάτιο, αλλά όχι αυτόν, επειδή αισθάνθηκα πως, έχοντας συναντηθεί με τον τρόπο που είχαμε συναντηθεί, δεν ήταν δυνατό να αποχωριστεί ο ένας τον άλλο.
Δεν υπήρξε χαιρετισμός.
Δεν υπήρξε καν ένα «εις το επανιδείν», επειδή είχαμε συναντηθεί, και αυτό ήταν για πάντα.
Πέθανε την ίδια νύχτα.
Θυμάμαι, όταν επέστρεψα από το νοσοκομείο όπου εργαζόμουν και μου είπαν πως είχε πεθάνει, προχώρησα στο δωμάτιό του και έκλεισα την πόρτα πίσω μου.
Αυτό που αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή ήταν η ποιότητα και το βάθος της σιωπής, η οποία κατά κανένα τρόπο δεν ήταν μια απουσία θορύβου, σύμφωνα με την έκφραση του Γάλλου συγγραφέα Ζωρζ Μπερνανός, σε ένα από τα μυθιστορήματά του -«μια σιωπή που ήταν παρουσία».
Έπιασα μάλιστα τον εαυτό μου να λέει:
«και οι άνθρωποι τολμούν να λένε ότι υπάρχει ο θάνατος. Τι ψέμα».
Αυτό ίσως εξηγεί το γιατί η στάση μου απέναντι στο θάνατο είναι τόσο μονόπλευρη: επειδή βλέπω τη δόξα του και όχι μόνο τον πόνο και την απώλεια.
Η εμπειρία μου αναφέρεται στον ξαφνικό θάνατο, στον απροσδόκητο θάνατο, στο θάνατο που έρχεται σαν«κλέφτης εν νυκτί».
Αν τέτοιες εμπειρίες βρεθούν μπροστά σας, θα καταλάβετε ίσως το γιατί κάποιος μπορεί ακόμη και να χαίρεται, όταν η καρδιά του βρίσκεται σε έντονο πόνο και αγωνία, και το πώς -σ' αυτό θα επιστρέψουμε αργότερα- μπορούμε να αναφωνήσουμε στην εξόδια ακολουθία μας:
«Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως».
Γι' αυτό και χρησιμοποιούμε τα λόγια ενός ψαλμού από την ίδια ακολουθία, ωσάν ο κεκοιμημένος, στρεφόμενος προς εμάς, να μας έλεγε:
«Ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε».
Πολύ συχνότερα, όμως, αντί για έναν ξαφνικό θάνατο, αντιμετωπίζουμε μια μακρόχρονη ή ολιγόχρονη αρρώστια, ή γηρατειά, που σταδιακά μας φέρνουν είτε στον τάφο, είτε στην ελευθερία μας, ανάλογα από ποια πλευρά θα το δει κανείς.
Αυτή είναι η υπέρτατη συνάντηση που λαχταρά ο καθένας μας, συνειδητά ή ασυνείδητα, και για την οποία αγωνίζεται σε όλη την επίγεια ζωή του, που είναι η πρόσωπο με πρόσωπο συνάντησή μας με τον ζώντα Θεό, με την Αιώνια Ζωή, και η κοινωνία μαζί Του.
Αυτή η περίοδος της αρρώστιας, ή των προϊόντων γηρατειών, πρέπει να αντιμετωπισθεί και να κατανοηθεί δημιουργικά και χρήσιμα.
Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής, που φέρνει μεγάλη πνευματική αγωνία στους ανθρώπους, είναι όταν βλέπουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο να γερνάει, να χάνει, τις σωματικές και πνευματικές του ικανότητες, να φαίνεται πως χάνει ό, τι ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα: το καθαρό μυαλό, την πνευματώδη ανταπόκριση στη ζωή.
Πολύ συχνά, αυτή η πορεία βρίσκεται στη μία πλευρά. Κλείνουμε τα μάτια μας για να μη βλέπουμε, επειδή φοβόμαστε να δούμε και να προβλέψουμε.
Με αποτέλεσμα, όταν έρχεται ο θάνατος, να είναι ένας ξαφνικός θάνατος που όχι μόνο διαθέτει τον τρόμο του απροσδόκητου θανάτου, αλλά και τον επιπλέον τρόμο να μας κτυπά στην πλέον ευαίσθητη χορδή μας.
Αυτό συμβαίνει επειδή ο πόνος, ο φόβος και η αγωνία έχουν ανεβάσει την έντασή τους μέσα μας, αφού εμείς αρνηθήκαμε να τους δώσουμε ελευθερία έκφρασης και τη δυνατότητα να ωριμάσουν.
Το κτύπημα γίνεται ακόμη πιο οδυνηρό και καταστροφικό απ' ό, τι στην περίπτωση ενός ξαφνικού θανάτου, επειδή, χώρια από τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας που δημιουργεί, στη συνέχεια μεμφόμαστε και καταδικάζουμε τον εαυτό μας για το ότι δεν κάναμε όλα όσα θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει.
Αν τα είχαμε κάνει, αυτό θα μας ωθούσε στην αλήθεια και θα ξεσκέπαζε σε μας και στον θνήσκοντα το γεγονός ότι ο θάνατος άνοιγε σιγά - σιγά την πόρτα - και πως αυτή η πόρτα θα άνοιγε διάπλατα μια μέρα και το αγαπημένο μας πρόσωπο θα έπρεπε να τη διαβεί δίχως να κοιτάζει πίσω.
Είναι σημαντικό για όλους μας, οποτεδήποτε αντιμετωπίζουμε αυτή την απώλεια που πλησιάζει σταδιακά, να την αντιμετωπίζουμε απ' αρχής με εκείνον τον όμορφο και ισορροπημένο τρόπο, με τον οποίο μπορούμε όσο το αγαπημένο μας πρόσωπο βρίσκεται ακόμη εν ζωή και ανάμεσά μας.
Απέναντι στη σκέψη του επερχόμενου θανάτου υπάρχει η πραγματικότητα μιας ζωντανής παρουσίας.
Μπορούμε κάθε στιγμή να ακουμπάμε στην ασφάλεια αυτής της παρουσίας ενώ όλο και περισσότερο θα συνειδητοποιούμε την περιπλοκότητα της επερχόμενης απώλειας.
Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη της πραγματικότητας και στην αστάθεια της σκέψης είναι που μας δίνει τη δυνατότητα να προετοιμαστούμε για το θάνατο πολύτιμων για μας ανθρώπων.
Αυτή η προετοιμασία συνεπάγεται επίσης -όπως ανέφερα προηγουμένως- μια στάση απέναντι στο θάνατο που να αναγνωρίζει αφενός τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας, αλλά να αναγνωρίζει επίσης και το γεγονός ότι ο θάνατος είναι μια πύλη που ανοίγει στην αιώνια ζωή.
«Το να πεθάνω δεν σημαίνει να απεκδυθώ την πρόσκαιρη ζωή, αλλά να ενδυθώ την αιωνιότητα», λέει ο απόστολος Παύλος.
Μπορούμε τώρα να δώσουμε λίγα παραδείγματα γι' αυτή την περίοδο προετοιμασίας.
Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο που τη βασάνισε για μια περίοδο περισσότερο από τρία χρόνια.
Εγχειρίστηκε, αλλά ανεπιτυχώς.
Ο γιατρός μου μίλησε γι' αυτό και κατόπιν πρόσθεσε:
«Φυσικά, δεν θα πεις τίποτε στη μητέρα σου».
Του είπα: «Θα το πω». Και το είπα.
Θυμάμαι πως την πλησίασα και της είπα ότι είχε τηλεφωνήσει ο γιατρός και μου είχε πει ότι η εγχείρηση δεν είχε πετύχει.
Σιωπήσαμε για ένα λεπτό και κατόπιν η μητέρα μου είπε:«Και έτσι θα πεθάνω».
Της είπα: «Ναι».
Κατόπιν έμεινα κοντά της, εντελώς σιωπηλός, επικοινωνώντας μαζί της δίχως λέξεις.
Δεν νομίζω ότι κάναμε τίποτε σκέψεις.
Είχαμε να αντιμετωπίσουμε κάτι που είχε εισβάλει στη ζωή μας και την είχε αλλάξει τελείως.
Αυτό δεν ήταν κάποια σκιά, ένα κακό, κάποιος τρόμος.
Ήταν το έσχατο.
Και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε αυτό το έσχατο χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε πως θα εκτυλισσόταν.
Μείναμε μαζί όσο αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να μείνουμε.
Και μετά η ζωή συνεχίστηκε.
Το αποτέλεσμα ήταν να μην κλειστούμε ούτε για μια στιγμή, η μητέρα μου κι εγώ, σ' ένα ψέμα, να μην οδηγηθούμε σε μια κωμωδία, στερημένοι από οποιαδήποτε βοήθεια.
Δεν υπήρξε στιγμή που να μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου μ' ένα ψεύτικο χαμόγελο, ή λέγοντας κάτι το ψεύτικο.
Δεν υπήρξε καμία στιγμή που να παίξαμε την κωμωδία μιας ζωής που κατακτά το θάνατο, ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι η αρρώστια θα φύγει, όταν και οι δυο γνωρίζαμε ότι αυτό δεν θα συμβεί.
Δεν υπήρξε καμιά στιγμή που να στερήθηκε ο ένας τη βοήθεια του άλλου.
Υπήρξαν στιγμές που η μητέρα μου αισθάνθηκε να χρειάζεται βοήθεια.
Θα κτυπούσε τότε το κουδούνι καί θα ερχόμουν, και θα μιλούσαμε για τον επερχόμενο θάνατο και το αίσθημα απώλειας που είχα.
Αγαπούσε τη ζωή. Την αγαπούσε βαθιά.
Λίγες μέρες πριν πεθάνει έλεγε ότι θα προτιμούσε να ζήσει 150 χρόνια υποφέροντας, αντί να πεθάνει.
Μας αγαπούσε.
Θλιβόταν για τον χωρισμό: «Ω! Για το άγγιγμα ενός χαμένου χεριού και τον ήχο μιας φωνής που ακόμη υπάρχει».
Κατόπιν, υπήρξαν άλλες στιγμές που αισθάνθηκα τον πόνο, και πήγαινα τότε και μιλούσα γι' αυτόν στη μητέρα μου.
Με στήριζε και με βοηθούσε να αντικρίσω τον θάνατο.
Αυτή υπήρξε μια βαθιά και αληθινή σχέση, δίχως κανένα ψέμα μέσα της.
Σ' αυτήν τη σχέση είχε βρει θέση οτιδήποτε ειναι αληθινό.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, που την ανέφερα προηγουμένως.
Επειδή ο θάνατος μπορεί να επέλθει ανά πάσα στιγμή, καί τότε θα είναι πολύ αργά να διορθωθεί κάτι που ήταν στραβό, όλη η ζωή πρέπει κάθε στιγμή να γίνεται μια έκφραση, όσο το δυνατόν τελειότερη και πιο ολοκληρωμένη, σχέσης σεβασμού και αγάπης.
Μόνο ο θάνατος μπορεί να μετατρέψει όσα πράγματα φαίνονται μικρά και ασήμαντα σε σημεία μεγάλα και σημαντικά.
Ο τρόπος που προετοιμάζεις ένα φλιτζάνι τσάι πάνω σ' ένα δίσκο, που τοποθετείς τα μαξιλάρια κάτω από έναν άρρωστο, ο τρόπος που ηχεί η φωνή σου, ο τρόπος που κινείσαι - τα πάντα μπορούν να γίνουν έκφραση όλων όσων υπάρχουν σε μία σχέση.
Αν υπάρχει μια λανθασμένη παρατήρηση, αν υπάρχει ένα ρήγμα, αν κάτι έχει στραβώσει, πρέπει να διορθωθεί αμέσως, επειδή υπάρχει η αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι αργότερα θα είναι πολύ αργά.
Ο θάνατος μας κάνει να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια της ζωής, με μια αδρότητα και σαφήνεια που τίποτε άλλο δεν μπορεί να μας τη μεταδώσει.
Είναι σημαντικό, είτε αντικρίζοντας το θάνατό μας είτε αντιμετωπίζοντας το θάνατο κάποιου άλλου, να συνειδητοποιούμε την αιωνιότητα.
Πριν από τριάντα περίπου χρόνια, ένας άνθρωπος οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, με μια φαινομενικά συνηθισμένη αρρώστια.
Μετά τις εξετάσεις βρέθηκε ότι έπασχε από καρκίνο που δεν μπορούσε να χειρουργηθεί.
Το πληροφορήθηκε η αδελφή του καθώς και εγώ, αλλά όχι αυτός. Αισθανόταν ακμαίος, δυνατός και πάρα πολύ ζωντανός.
Μου είπε: «Έχω τόσα να κάνω και βρίσκομαι εδώ, καθηλωμένος στο κρεβάτι, για πόσο ακόμη;»
Του είπα: «Πόσο συχνά δεν μου έχεις πει ότι ονειρεύεσαι τη στιγμή που θα μπορούσες να σταματήσεις το χρόνο ώστε να μπορείς να είσαι αντί να φτιάχνεις; Ποτέ δεν το έκανες.
Ο Θεός το κάνει τώρα για σένα. Τώρα είναι καιρός για να είσαι».
Αντιμετωπίζοντας την ανάγκη του να «είναι», σε μια κατάσταση που θα την αποκαλούσαμε εντελώς θεωρητική, έμεινε έκπληκτος και είπε: «Τι πρέπει να κάνω;»
Του είπα ότι η αρρώστια και ο θάνατος δεν καθορίζονται μόνο από φυσιολογικές αλλαγές -από τα μικρόβια και την παθολογία-αλλά και από όλα εκείνα τα στοιχεία που καταστρέφουν την εσωτερική μας ενέργεια.
Αυτά είναι όλα όσα θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει αρνητικές σκέψεις και αισθήματα, το καθετί που εξασθενίζει τη ζωή μέσα μας, το καθετί που εμποδίζει τη ζωή από το να ξεχυθεί σαν ποτάμι, καθαρό και ελεύθερο.
Του πρότεινα λοιπόν να τακτοποιήσει όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και μέσα του όλα όσα υπήρξαν λανθασμένα στη σχέση του με τους ανθρώπους, με τον ίδιο, σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του, και να αρχίσει από εκείνη τη στιγμή.
Όταν μάλιστα το κάνει αυτό για, το τώρα, ας προχωρήσει πίσω στο παρελθόν για να το καθαρίσει, για να κάνει ειρήνη με τους πάντες, λύνοντας τους κόμβους, για να αντιμετωπίσει κάθε κακό, για να μετανοήσει, για να δεχθεί και να ευγνωμονήσει με όλη του τη ζωή - πράγματι, η ζωή του είχε σταθεί σκληρή.
Έτσι, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, περάσαμε από όλη αυτήν τη διαδικασία.
Έκανε ειρήνη με ολόκληρη τη ζωή.
Και τον θυμάμαι στο τέλος, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, τόσο αδύνατο που να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το κουτάλι, να μου λέει με μάτια που έλαμπαν:
«Το σώμα μου έχει, κιόλας πεθάνει, και όμως ποτέ δεν ένιωσα τόσο πολύ ζωντανός, όπως νιώθω τώρα».
Είχε ανακαλύψει ότι η ζωή δεν ήταν μόνο το σώμα του, αν και ο ίδιος ήταν το σώμα του, και ότι διέθετε μια πραγματικότητα που ο θάνατος του σώματός του δεν μπορούσε να καταστρέψει.
Αυτή είναι μια πολύ σπουδαία εμπειρία.
Είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε σ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας, σε κάθε στιγμή, αν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη της αιώνιας ζωής μέσα μας και συνεπώς να αποβάλουμε το φόβο για οτιδήποτε συμβεί στην πρόσκαιρη αυτή ζωή, που επίσης μας ανήκει.
Andrew Walker - Κώστας Καρράς (επιμ.),
Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο,
μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ.
Εστία, Αθήνα 2001.

Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών


Απόσπασμα από τα Ασκητικά του Οσίου Πατρός ημών Ισαάκ του Σύρου
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον μεΠαραβίασον λοιπόν σεαυτόν να μιμηθής την ταπείνωσιν του Χριστού, ίνα εξαφθή έτι περισσότερον το θείον πυρ εις την καρδίαν σου, το οποίον ετέθη υπ' Αυτού εις αυτήν·
διά του οποίου πυρός εκριζούνται εξ' αυτής όλαι αι κοσμικαί ταραχαί, αίτινες φονεύουσι τον νέον κατά Χριστόν άνθρωπον, και μολύνουσι τας ψυχικάς αγίας αυλάς του Κυρίου του Αγίου και Δυνατού·
διό εγώ δύναμαι να είπω μετά θάρρους συμφώνως με τον άγιον απόστολον Παύλον, ότι είμεθα ναός του Θεού ζώντος.
Ας αγιάσωμεν λοιπόν και καθαρίσωμεν τον ναόν τούτον, καθόσον ο Ίδιος είναι καθαρός και άγιος, ίνα επιθυμήση να κατοικήση έν αυτώ·
ας στολήσωμεν αυτόν δι' όλων τών καλών και εναρέτων πράξεων·
ας θυμιάσωμεν αυτόν διά του θυμιάματος της καθαράς και καρδιακής προσευχής προς ανάπαυσιν του ιδίου θείου θελήματος,
την οποίαν προσευχήν αδύνατον είναι ν' αποκτήση τις διά της συναναστροφής των κοσμικών συνεχών ταραχών, και ούτω θέλει επισκιάσει εις την ψυχήν σου η νεφέλη της δόξης του Θεού, και το φως της μεγαλωσύνης Αυτού θέλει διαλάμψει εντός της καρδίας σου·
και οι μεν άγιοι άγγελοι, οι κάτοικοι του σκηνώματος του Θεού, θέλουσι πληρωθή από χαράν και ευφροσύνην, οι δε αναίσχυντοι δαίμονες διά της φλογός του Αγίου Πνεύματος θέλουσιν εξαφανισθή.
Ονείδιζε λοιπόν πάντοτε τον εαυτόν σου, αδελφέ, και λέγε·
αλλοίμονον εις σε, ω αθλία ψυχή !
επλησίασεν ο εκ του σώματός σου αποχωρισμός,
διατί ευχαριστήσαι εις εκείνα, τα οποία σήμερον μέλλεις να εγκαταλείψης,
και να στερηθής την θεωρίαν αυτών εις τους αιώνας;

πρόσεχε, ω ψυχή, εις τον εαυτόν σου, και συλλογίζου τα όσα έπραξας,
και πως έπραξας αυτά, και ποία είναι,
και μετά τίνος απέρασας τας ημέρας της ζωής σου,
ή ποίος εδέχθη τον κόπον της εργασίας της πνευματικής σου γεωργίας,
και τίνα ευχαρίστησας διά της πάλης σου, ίνα εξέλθη εις απάντησίν σου εν καιρώ της εντεύθεν εκδημίας σου·
ποίον δε ευχαρίστησας εν τη οδώ της ζωής σου, ίνα αναπαυθής ήδη εις τον λιμένα αυτού;
τίνος δε χάριν εκακοπάθησας κοπιάζουσα, ίνα φθάσης ήδη εις αυτόν μετά χαράς;

ποίον απέκτησας φίλον εις τον μέλλοντα αιώνα, ίνα σε υποδεχθή εν καιρώ του ταξειδίου σου ;
εις τίνος χωράφιον εδούλευσας, και τις είναι, όστις μέλλει να πληρώση τον μισθόν σου εν τη δύσει του χωρισμού εκ του σώματός σου ;
Συ, ω ψυχή, εξέτασον σεαυτήν, και βλέπε προς ποίαν γην είναι η μερίς σου·
και αν διέβης το χωράφιον των αμαρτιών σου, το οποίον καρποφορεί πικρίαν εις τους δουλεύοντας αυτό·
κράξον και βόησον μετά κλαυθμού και στεναγμού και αδημονίας εκείνα τα λόγια,
τα οποία αναπαύουσι τον Θεόν σου περισσότερον από τας θυσίας και τα ολοκαυτώματα·
ας αναβρύη το στόμα σου παραπονητικάς φωνάς,
εις τας οποίας ευφραίνονται οι άγιοι άγγελοι·
πλύνε τας παρειάς σου με τα κλαύματα των ομμάτων σου,
ίνα αναπαυθή εις σε το αγιον Πνεύμα, και καθαρίση τον ρύπον της κακίας σου·
καταπράϋνον διά των δακρύων τον Κύριόν Σου, ίνα έλθη και προς σε·
επικαλού την Μαρίαν και Μάρθαν, όπως σε διδάξωσι πενθικάς φωνάς·
βόησον προς τον Κύριον, και ειπέ:
Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών,
όστις έκλαυσας επί Λαζάρω, και έχυσας δάκρυα λύπης και συμπαθείας επάνω εις αυτόν, δέξαι τα της πικρίας μου δάκρυα·
ιάτρευσον διά των αγίων Σου παθημάτων τα πάθη μου·
θεράπευσον διά των πληγών Σου τας ψυχικάς μου πληγάς·
διά του τιμίου Σου αίματος καθάρισόν μου το αίμα,
και ένωσον την ευωδίαν του ζωοποιού Σου σώματος τω σώματί μου·
η χολή, την οποίαν παρά των εχθρών, εποτίσθης, ας γλυκάνη την ψυχήν μου από την πικρίαν, την οποίαν ο αντίδικός μου διάβολος μ' επότισε·
τo πανάγιόν Σου σώμα, το οποίον ετανύσθη επί του σταυρού, ας αναπτερώση πρός Σε τον νούν μου, όστις εσύρθη κάτω υπό των δαιμόνων·
η παναγία Σου κεφαλή, την οποίαν έκλινας επί του σταυρού,
ας υψώση την κεφαλήν μου, την περιϋβρισθείσαν υπό των αντιπάλων δαιμόνων·
αι πανάγιαί Σου χείρες, αι καθηλωθείσαι υπό των παρανόμων εν τω σταυρώ, ας με αναβιβάσωσι πρός Σε εκ του χάσματος της απωλείας, καθώς υπεσχέθη το πανάγιόν Σου στόμα·
το πρόσωπόν Σου, το δεξάμενον ραπίσματα και εμπτύσματα υπό των καταράτων Ιουδαίων, ας μου λαμπρύνη το πρόσωπον, το οποίον εμολύνθη από τας αμαρτίας·
η ψυχή Σου, την οποίαν επί του σταυρού υπάρχων, παρέδωκας εις τον Πατέρα Σου, ας με οδηγήση πρός Σε διά της χάριτός Σου.

Δεν έχω καρδίαν θλιβομένην πρός αναζήτησίν Σου,
δεν έχω μετάνοιαν,
δεν έχω κατάνυξιν,
ουδέ δάκρυα, τα οποία επαναφέρουσι τα τέκνα εις την ιδίαν αυτών πατρίδα.
Δεν έχω, Δέσποτα, δάκρυον παρακλητικόν·
εσκοτίσθη ο νούς μου από την ματαιότητα του κόσμου, και δεν δύναται ν' ατενίση προς Σε μετά πόνου·
εψυχράνθη η καρδία μου από το πλήθος των πειρασμών, και δεν δύναται να θερμανθή διά των δακρύων της προς Σε αγάπης.

Αλλά Συ, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός μου, ο θησαυρός των αγαθών,
δώρησαί μοι τελείαν μετάνοιαν, και καρδίαν επίπονον,
ίνα ολοψύχως εξέλθω εις αναζήτησίν Σου·
διότι ανευ Σου θέλω αποξενωθή από παντός αγαθού.
Χάρισαί μοι λοιπόν, ω αγαθέ, την χάριν Σου·
ο Πατήρ, όστις Σ' εγέννησεν εκ των κόλπων Αυτού αχρόνως και αϊδίως,
ας ανανεώση εις εμέ τας μορφάς της εικόνος Σου.

Σ' εγκατέλιπον, μη μ' εγκαταλείπης·
εχωρίσθην από Σου, έξελθε εις αναζήτησίν μου, και ευρών εισάγαγέ με, εις τας νομάς Σου, και συναρίθμησόν με μετά των προβάτων της εκλεκτής Σου ποίμνης, και διάθρεψόν με μετ' αυτών εκ της χλόης των θείων Σου μυστηρίων, των οποίων υπάρχει κατοικητήριον η καθαρά καρδία, εις την οποίαν αναφαίνεται η έλλαμψις των αποκαλύψεών Σου, η οποία έλλαμψις είναι παρηγορία και αναψυχή των κοπιόντων διά Σε εν θλίψεσι και διαφόροις ατιμίαις·
της οποίας ελλάμψεως είθε ν' αξιωθώμεν και ημείς διά της χάριτος και φιλανθρωπίας Σου,
του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού,
εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

''Η υπομονή ειναι Αρετή.''

Κάποια νύχτα λοιπόν, αφού έπεσε σε αμαρτία, σηκώθηκε την ίδια στιγμή και άρχισε τον κανόνα του...

Τότε ο δαίμονας, σαστισμένος από την τόση ελπίδα του αλλά και την αδιαντροπιά του απέναντι στο Θεό, του παρουσιάστηκε ολοζώντανος!


- Άθλιε! Του λέει. Πώς στέκεσαι μπροστά στο Θεό χωρίς να κοκκινίζεις; 

Πώς πιάνεις στο στόμα σου ακόμα και τ’ όνομά Του;

Και πώς τολμάς να προσεύχεσαι χωρίς ντροπή;

 - Τούτο το κελλί είναι σιδεράδικο, του απάντησε ο αδελφός.

 Μια σφυριά δίνεις, μια παίρνεις..!

Δεν θα σταματήσω, λοιπόν, να παλεύω μαζί σου μέχρι να πεθάνω, κι όπου με βρει η τελευταία μου μέρα. 

Να, με όρκο σε πληροφορώ και με πεποίθηση στην άπειρη αγαθότητα του Θεού σου λέω: Στο όνομα Εκείνου, που ήρθε να καλέσει σε μετάνοια και να σώσει τους αμαρτωλούς, δεν θα πάψω να προσεύχομαι στον Κύριο εναντίον σου, ώσπου να πάψεις κι εσύ να με πολεμάς. 

Και θα δούμε ποιος θα νικήσει, εσύ ή ο Θεός!

Σαν άκουσε ο δαίμονας αυτά τα λόγια, του λέει:

- Μα την αλήθεια, ποτέ πια δεν θα σε πολεμήσω, για να μη γίνω αφορμή να στεφανωθείς με την υπομονή που κάνεις.

Η θαλασσινή «εξυπηρέτηση» των ασκητών της ερήμου.


Η θαλασσινή «εξυπηρέτηση» των ασκητών της ερήμου.21Με ευγένεια αλλά και με παρρησία περίμεναν και περιμένουν οι Μοναστηριακοί στους αρσανάδες την συγκοινωνία για να παραλάβουν τις παραγγελίες και να δώσουν άλλες, κρατώντας στα χέρια τους το μπακράτσι με μαγειρεμένο τον ροφό, ή τα φασολάκια ή τη φάβα, και φυσικά το μπετονάκι με το κρασί.
Και να, η προθυμία των καπεταναίων και του μούτσου για υπακοή και εξυπηρέτησι.
Κάποιων όμως το χαμόγελο και η υπακοή, τελείωνε μόλις αριβάρανε απ’ τον Αγιοπαυλίτικο αρσανά και το αντικαθιστούσε ύφος και βλέμμα πλοιάρχου… αεροπλανοφόρου.
Η θαλασσινή «εξυπηρέτηση» των ασκητών της ερήμου.22
Δεν έλιπαν απ’ τους ντουρβάδες των ασκητών τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια, τα κομπολόϊα, τα σταυρουδάκια. Αλλά δεν άλλαζαν αυτά τα δωράκια την κατάστασι.
Οι εξαρτηματικοί είναι ανήμποροι, περιδεείς και υποχωρητικοί, και ποτέ σχεδόν δεν πάνε να βρουν το δίκηο τους.
Οι μοναστηριακοί έχουν Συνάξεις και εξουσία.
Μια έγγραφη διαμαρτυρία για πλημμελή εκτέλεσι κθηκόντων ή για ανάρμοστη συμπεριφορά προς το Τελωνείο Δάφνης σημαίνει αφεύκτως αυστηρή παρατήρησι αν όχι και πρόστιμο στον καπετάνιο και στο υπ’ αυτόν προσωπικό, γιατί είναι πάντοτε πρόθυμο να ευχαριστήση την παραπονούμενη Μονή.Η θαλασσινή «εξυπηρέτηση» των ασκητών της ερήμου.06
Ένα έγγραφο διαμαρτυρίας-καταγγελίας στη Ιερά Κοινότητα, μπορεί να επιφέρη πολύ πιο αισθητές και τσουχτερές καταστάσεις γι αυτούς.
Τι μπορούν όμως να κάνουν οι Νεοσκητιώτες, οι Αγιαννανίτες, και προ πάντων οι Καυσοκαλυβίτες, οι Αγιονειλίτες, οι Βιγλιώτες και οι Προδρομίτες ασκηταί; Και να αποφασίσουν κάποτε να διαμαρτυρηθούν, δια μέσου των Μονών των όπως η τάξις το απαιτεί, η διαδικασία θα είναι μεγάλη και χρονοβόρος, και έως ότου το παράπονό τους φθάση «εις τον προς όν όρον», χάνεται η επικαιρότης του, αμβλύνεται η ευαισθησία, λησμονιέται η υπόθεσις και η κατάστασις μένει η ίδια. Τις περισσότερες φορές μάλιστα αγριεύει περισσότερο η πλοϊκή… ατμόσφαιρα και αποβαίνει βλοσυρώτερη η θαλασσινή… «εξυπηρέτησις» και συμπεριφορά. Έτσι οι ασκηταί είναι υπομονητικοί υποτελείς των διαθέσεων των εκμεταλλευτών αναδόχων της συγκοινωνιακής γραμμής, ευτυχώς δε όχι όλων.
Οι ως ανωτέρω δεινοπαθήσεις ισχύουν κατά μείζονα βαθμό για τους ακροτοπίους Καυσοκαλυβίτας, και για τους ακόμη πιο πέρα ησυχαστάς:
- Πέρασε η ώρα κι’ ακόμη να φανή η συγκοινωνία. Σιγοπαρατηρεί αδημονών ο Καυσοκαλυβίτης ασκητής.
- Ίσως να καθυστέρησε σε κανέναν αρσανά. Σχολιάζει καλοπροαίρετα ο διπλανός του.
Τελικώς δεν πρόκειται ούτε για καθυστέρηση ούτε επειδή… είχε φουρτούνα. Απλώς, δεν είχε μέσα επιβάτες για την Λαύρα, ήτοι κίνητρο ενδιαφέροντος για ακριβό ναύλο. Οι Καυσοκαλυβίτες και οι ακόμη πιο πέρα, θα ξαναφορτωθούν τις ντουρβαδίνες στην πλάτη και θα πάρουν την ανηφόρα για τα καλύβια τους. Αν δε τολμήσουν, σε δρομολόγιο επομένων ημερών, να παρατηρήσουν ευγενώς και ηπίως, ξέρουν τι θα ακούσουν:
- Ευλογημένε, δεν φάνηκες προχθές. Ώρες περιμέναμε στον αρσανά κι ύστερα φύγαμε φορτωμένοι τα εργόχειρα για επάνω.
- Δεν ντρέπεσθε. Δε φθάνει, που με κίνδυνο της ζωής μας σας εξυπηρετούμε τόσα χρόνια, γκρινιάζετε κι από πάνω;
Η θαλασσινή «εξυπηρέτηση» των ασκητών της ερήμου.24
Έτυχα μάρτυς αυτόπτης και αυτήκοος τέτοιων περιπτώσεων και διαγωγών, από τότε που χάσαμε τους παληούς και συμπαθέστατους μεροκαματιάρηδες θαλασσινούς μας, που για έναν επιβάτη είχαν την φιλοτιμία να θαλασσοδέρνωνται αγόγγυστα στην χειμωνιάτικη παγωνιά και κακοκαιρία. Άλλαξαν όμως από τότε πολλά, πολλοί και πάρα πολύ.
Επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος
από το βιβλίο του
Πρόσωπα και Δρώμενα στον Άθωνα
Πηγή:agioritikesmnimes.blogspot.gr 

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Πάμπλουτος Αλλά Αγράμματος


Το 251 μ.Χ. γεννήθηκε στην Αίγυπτο ένα μεγάλο και φωτεινό αστέρι της χριστιανοσύνης: ο Μέγας Αντώνιος. Ιδιαίτερη πατρίδα του ήτανε ένα μικρό χωριό, που ονομαζόταν Κόμα, που βρισκότανε ανατολικά της όχθης του ποταμού Νείλου, στη Νότια Μέμφιδα.
Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί. Μπορούσανε να δώσουνε μεγάλη μόρφωσι στον μικρό τους Αντώνιο και να τον αναδείξουν μεγάλο επιστήμονα, αλλά τους φόβιζε η συναναστροφή στο σχολείο με τα παιδιά των ειδωλολατρών. Δεν θέλανε να χάση την πίστη του το παιδί τους, από την εκεί πλάνη της ειδολολατρείας. Προτιμούσανε να δούνε το παιδί τους στον Παράδεισο αγράμματο, παρά γραμματισμένο στην Κόλαση. Έμεινε λοιπόν, εξ' αιτίας αυτού, τελείως αγράμματος ο Αντώνιος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να αναδειχθή Μέγας.
Οι γονείς του, όμως, φροντίσανε πολύ για τη χριστιανική ανατροφή του. Τον μεγαλώσανε με τις αρχές του Ευαγγελίου και του δείξανε τους δύο δρόμους, που θα τον γλύτωναν από τις παγίδες του διαβόλου: τον δρόμο του σπιτιού και τον δρόμο της Εκκλησίας.
Στην Εκκλησία πήγαινε τακτικά και παρακολουθούσε με κατάνυξι και μεγάλη προσοχή την Θεία Λειτουργία.
Αν και ήταν ακόμη μικρό παιδί, δεν τον συγκινούσανε τα παιγνίδια , τα ωραία ενδύματα ή τα νόστιμα φαγητά. Ο νούς του ήταν στο Θεό και τον τραβούσαν τα ουράνια.
Σε ηλικία 18 ετών, έμεινε ορφανός με μιά αδελφή. Ο θάνατος των γονέων του, τον έβαλε στην αρχή σε λύπη και σε βαθύ συλλογισμό. Κατάλαβε τότε, πόσο μάταιος είναι τούτος ο κόσμος και πόσο γρήγορο είναι το πέρασμα του ανθρώπου από την προσωρινή ζωή.
Αναχωρεί Στην Έρημο
Μιά κυριακή ακούει στην Εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή, στην οποία συζητάει ο Χριστός μ' έναν πλούσιο νεαρό και του δείχνει τον δρόμο της τελειότητος και της σωτηρίας της ψυχής του. Ο Χριστός αφού ακούει τον νεαρό πλούσιο να του λέγει, οτι έχει ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, του υπογραμμίζει:
" Ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε, πώλησον σου τα υπάρχοντα και διάδος πτωχοίς και δεύρο ακολούθει μοι και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ".
Τα λόγια του Ευαγγελίου, κάνουν βαθειά εντύπωσι στην ψυχή του Αντωνίου. Γυρίζει στο σπίτι σκεφτικός και κυριευμένος από αγωνία. Νομίζει, οτι η φωνή του Κυρίου τον καλεί κι' αυτόν, όπως εκείνον τον νέον, να τον ακούση και να τον ακολουθήση. Υπακούει αμέσως και χωρίς αναβολή. Πουλάει όλα του τα κτήματα. Ήτανε πάρα πολλά, περίπου τριακόσια! Αλλά και πολύ εύφορα. Άλλωστε ήσαν κοντά στον "χρυσορρόα" Νείλο.
Από την πώληση τους πήρε πολλά χρήματα. Το χρυσάφι όμως δεν του τράβηξε την καρδιά. Το έδωσε στην Εκκλησία, και στους φτωχούς και τους δυστυχισμένους. Αυτός κράτησε μόνο για την αδελφή του ελάχιστα χρήματα. Αλλά κι' αυτά μόλις άκουσε τα λόγια του Χριστού, που λέγει " μη μεριμνήσητε εις την αύριον", τα μοίρασε στους φτωχούς.
Έπειτα εμπιστεύεται την αδελφή του σ' ένα Κοινόβιο παρθένων, σ' ένα παρθενώνα. Εκεί, ζούσανε ενάρετες γυναίκες και επεδίδοντο σε έργα αγάπης. Φεύγει κι' αυτός, όχι πολύ μακρυά από το σπίτι του κι' άρχισε ασκητική ζωή. Δεν υπήρχαν ακόμη μοναστήρια εκείνη την εποχή συγκροτημένα, όπως υπάρχουν σήμερα. Γι' αυτό καταφεύγει σ' ένα ερημητήριο των περιχώρων.
Εκεί, βρίσκει ένα Γέροντα ασκητή, ο οποίος αναλαμβάνει να τον καθογήση στην αρετή. Για να φτιάξη ψυχή ο άνθρωπος χρειάζεται άσκηση. " Υπωπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ, έλεγεν ο Παύλος, μήποτε άλλοις κηρύξας εγώ αυτός αδόκιμος γένωμαι".
Την άσκηση και την σκληραγωγία την αρχίζει προτού εγκαταλείψει ακόμη το σπίτι του. Προσεύχεται στο Θεό. Του ζητάει να τον βοηθήση στον αγώνα του, για την σωτηρία της ψυχής του. Ξενυχτάει, τώρα, πολλές φορές στην άσκηση και την προσευχή. Τρώγει ελάχιστα. Η τροφή του είναι ένα ξερό κομμάτι ψωμί και νερό. Τρώγει μόνο μιά φορά την ημέρα. Μερικές μάλιστα μέρες περνούν, χωρίς να βάλη τίποτα στο στόμα του. Άλλοτε πάλι, γεύεται το ξεροκόμματο, αφού περάσουν τρείς ή και τέσσερις μέρες εξαντλητικής νηστείας.
Σ' ένα ερημητήριο των περιχώρων, συναντάει κι άλλους αναχωρητάς. Τους πλησιάζει, για να πάρη κάτι καλό από όλους. Στον ένα θαυμάζει την αγρυπνία και την προσευχή, στον άλλο την νηστεία και την κακοπάθεια, για την αγάπη του Χριστού κ.ο.κ. Γεμάτος ο Αντώνιος ταπεινοφροσύνη και ευσέβεια, προχωρεί σταθερά στα δύσκολα σκαλοπάτια της ασκητικής ζωής.
Ο Άγιος ζητούσε τη βοήθεια του Χριστού ενάντια στους πειρασμούς γιατί αφιέρωσε ολοκληροτικά τη ζωή του στα λόγια του Χριστού.
Σκεπτόταν ο  Μέγας την ευγένεια και το νοερό της ψυχής και καταλάβαινε οτι η ψυχή δεν τρέφεται με σαρκικές ηδονές και οτι η ψυχή αναπαύεται μονάχα κοντά στο Θεό.
Κοιμώταν πολλές φορές μόνο σε μιά ψάθα ή στο έδαφος . Ήξερε οτι ένας μοναχός και ερημίτης για να είναι κύριος του εαυτού του πρέπει να λαμβάνει πνευματικές αλλά και σωματικές προφυλάξεις με σκληραγωγημένη ζωή, ξένη προς τις ανέσεις και τη μαλθακότητα.

Οι Πρώτοι Πειρασμοί
Ο διάβολος όμως, που βλέπει την μεγάλη πρόοδο του Αντωνίου, στην αγιωσύνη, ταράζεται και στεναχωριέται. Βάζει αμέσως σε ενέργεια τις παγίδες του και τα φοβερά του σχέδια.
- Μηχανεύομαι τόσα σχέδια, μικρέ μου, του ψιθυρίζει ο μιαρώτατος, και δεν θα μπορέσης να μου γλυτώσης!
Έπειτα αρχίζει τον φοβερό πόλεμα, για να λυγίση τον Αντώνιο, από την αρχή και να τον γκρεμίση. Θέλει να του σκοτίσει το νου, να του μουδιάσει τη σκέψι και ύστερα να τον νεκρώση από το δεσμό του με την πίστι του Χριστού.
Τον χτυπάει λοιπόν, πρώτα με τα πλούτη και τις ανέσεις:
- Είσαι κουτός, του λέγει μέσα στην σκέψη του. Άφησες τόσα πλούτη και ήρθες εδώ στην ερημιά να πεθάνης από την πείνα και από το κρύο! Δεν βλέπεις την δυστυχία, που σε πνίγει; Ένα στρώμα δεν έχεις να κοιμηθείς. Ζεστασιά δεν υπάρχει πουθενά. Δεν είναι για σένα ο τόπος αυτός. Θα πεθάνης και είναι αμαρτία. Έπειτα μην ξεχνάς· έχεις και αδελφή! Πώς την άφησες μόνη της; Είναι σωστό αυτό; Τι ευτυχισμένος είσαι τώρα εδώ, σε μιά υγρή σπηλιά! Όλοι οι άλλοι, που ζούνε στον κόσμο, θα χαθούνε και συ μόνο θα σωθής; Είναι άραγε σωστό αυτό που κάνεις;
Όλες αυτές τις σκέψεις τις βάζει στον νού του Αντωνίου ο Σατανάς και περιμένει με αγωνία το αποτέλεσμα. Τι θα γίνει; Θα τις δεχθή; Θα σταματήση την άσκηση και θα γυρίσει στον κόσμο; Θα υποκύψη ή οχι;
Αλλά στις δύσκολες αυτές στιγμές του πειρασμού ο Άγιος δεν λυγίζει. Προσεύχεται πολύ. Παρακαλεί από τα βάθη της καρδιάς του τον Θεό να τον βοηθήση. Η προσευχή του, η νηστεία του και η θέλησις του, νικούν τον διάβολο και τον τρέπουν σε φυγή.
Δεν πρόκειται όμως, να ησυχάση. Ο διάβολος βάζει μπροστά νέο σχέδιο, πιό τολμηρό αυτή τη φορά. Τον πολεμάει με τη σάρκα. Εκμεταλλεύεται γι' αυτό ο άθλιος, την νεότητα του.
Παρουσιάζει στην φαντασία του αισχρά θεάματα. Μεταμορφώνεται ο τρισάθλιος σε γυναίκα και προσπαθεί εκεί στην ερημιά, να τον σκανδαλίση και να τον νικήση. Αγωνίζεται μέρα νύχτα να τον γκρεμίση. Του παρουσιάζει κέντρα διασκεδάσεων και αισχρές σκηνές. Κάνει οτι μπορεί, για να επιτύχει τους δόλιους σκοπούς του.
Ο Άγιος, όμως , συνεχώς προσεύχεται. Μένει ξάγρυπνος και παρακαλεί τον Θεό με θερμά δάκρυα να του δώσει δύναμη ν' αντέξη σ' αυτή την άγρια επίθεσι των πειρασμών του διαβόλου. Για να επιτύχη μέχρι τέλους, δεν τρώγει εντελως τίποτε. Κόβει και το ελάχιστο ξερό ψωμί, που έτρωγε κάθε βράδυ, και μένει μέρες ολόκληρες νηστικός.
Ο δαίμονας βλέπει τότε, οτι τα σκοτεινά του σχέδια πάνε χαμένα και πεφτει σε μεγάλη στεναχώρια. Δεν εγκαταλείπει όμως τον αγώνα.
- Να το δόλωμα! λέγει ο μιαρώτατος: Η υπερηφάνεια. Τώρα είναι η ώρα να τον κάμω να υπερηφανευθή.
Παρουσιάζεται, λοιπόν, ο δαίμονας στον Άγιο με μορφή μαύρου παιδιού και του λέγει:
- Αχ! Αντώνιε. Πολλούς επλάνεψα, πολλούς έβαλα κάτω και τους ενίκησα, αλλά εσένα κουράστηκα να πολεμώ! Νομίζω, πως δεν θα επιτύχω. Είσαι δυνατός. Σε παραδέχομαι.
- Και ποιός είσαι εσύ; τον ρώτησε ο Μ. Αντώνιος.
- Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους στην πράξι αυτή.
Ο Άγιος δεν υπερηφανεύεται, όπως περίμενε ο σατανάς. Δεν είπε από μέσα του " Είμαι μεγάλος εγώ!" "Μπράβο μου, τα κατάφερα να νικήσω ακόμη και τον διάβολο", αλλά δόξασε το όνομα του Κυρίου που του έδωσε τη δύναμη να νικήση και είπε στον σατανά, ξανά τα λόγια του Ευαγγελίου:
- Ύπαγε οπίσω μου σατανά. Δεν σε φοβάμαι.
Μέρες Αθλήσεως
Μετά τους πρώτους πειρασμούς, ο Άγιος προσεύχεται με πιό πολλή πίστη. Οι πρώτες νίκες κατά του διαβόλου του δίνουν θάρρος και δύναμι. Η νηστεία και η σκληραγωγία γινότανε πιό αυστηρή. Εκτός από το ελάχιστο ψωμί, που έτρωγε κάθε δύο, τρείς ή και τέσσερις μέρες, ούτε λάδι , ούτε κρασί, ούτε καμιά άλλη τροφή έβαζε στο στόμα του. Κοιμότανε πάνω σε μιά παλιά ψάθα ή και εντελώς κάτω στο χώμα.
 -Οι νέοι πρέπει ν' αγωνίζονται, έλεγε. Πρέπει να βασανίζουν τη σάρκα, γιατί έτσι μονάχα εξασθενίζουν τις ηδονές και δυναμώνουν το πνεύμα.
Δεν άφηνε ο Άγιος τις ώρες του να περνούν σε ραθυμία. Πάντοτε βρισκότανε σε κίνησι κι' ενέργεια. Προετοίμαζε τον εαυτό του και για νέες συγκρούσεις με τον διάβολο. Ήξερε καλά, πως εκείνος θα συνέχιζε να τον πολεμά. Γνώριζε καλά, πως ο αιώνιος εχθρός της ψυχής κάθε χριστιανού, θα κτυπούσε και πάλι.
Για ν' ανεβάση, λοιπόν, ακόμη πιό ψηλά τον αγώνα και την άθληση του την χριστιανική, καταφεύγει σ' ενα παλαιό τάφο κι' απομονώνεται. Εκεί του φέρνει την λίγη τροφή του, από καιρού εις καιρό, κάποιος ευσεβής χριστιανός. Ο τάφος αυτός ήταν ένα άνοιγμα σε ένα βράχο γιατί έτσι ήταν παλιά οι τάφοι.


Ο Σατανάς Επιτίθεται Λυσσαλέα
Ο Άγιος Αντώνιος έμενε μονάχος μέσα στο μνήμα και προσευχόταν ασταμάτητα.
Αυτή η πράξη θεωρείται παράξενη για μας που δεν μπορούμε να καταλάβουμε το μυστήριο της ψυχής που αναζητά το Θεό με ιερό πάθος.
Όταν ο άνθρωπος είναι αποκομμένος από το Θεό, τότε και και χρυσοστόλιστη να είναι η κατοικία του, μεταβάλλεται σε κόλαση, γιατί δεν υπάρχει η Θεία ζωή που δίνει ο Θεός.
Όμως ο άνθρωπος που έχει μέσα του το Θεό, ακόμη κι αν ζει σε τάφο τότε ο τάφος μεταβάλλεται σε παράδεισο γι' αυτόν.
Η ηρωική αυτή πράξη έφερε την αναστάτωση στον κόσμο των δαιμόνων. Δεν άντεχαν να βλέπουν ένα ζωντανό ασκητή να μένει στο χώρο του θανάτου και να βιώνει με προσευχή τη ζωή και να περιμένει την ανάσταση.
Μιά νύκτα λοιπόν, πλήθος δαιμόνων με μεγάλη μανία και με μίσος ανθρωποκτόνο όρμησαν εναντίον του Αγίου και τον κτύπησαν βάναυσα με σκοπό να τον θανατώσουν, για να σβήσουν τα ίχνη του από τη γη. Όμως οι δαίμονες μπορούν να βασανίσουν τον άνθρωπο και να τον πειράξουν, αλλά δεν μπορούν να τον θανατώσουν. Την ώρα του θανάτου την αποφασίζει ο ίδιος ο Θεός. Οι δαίμονες, αφού κτύπησαν μέχρι προθύρων θανάτου, τον άφησαν εκεί μέσα στο μνήμα λιπόθυμο από το πολύ ξύλο για να πεθάνει.
Όμως η Πρόνοια του Θεού ενήργησε και διήγειρε πνεύμα στην ψυχή του βοηθού του Αγίου, ο οποίος έξω από το προγραμματισμένο, πρίν από την καθορισμένη μέρα πήγε στο μνήμα να του φέρει ψωμί και νερό.
Μόλις άνοιξε την είσοδο του τάφου είδε τον Άγιο Αντώνιο πεσμένο στο έδαφος σαν νεκρό. Τότε αμέσως τον σήκωσε και τον μετέφερε στο Κυριακό που ήταν ένα οίκημα αφιερωμένο στον Κύριο. Εκεί μαζεύτηκαν οι συγγενείς και οι γνωστοί του και τον παράστεκαν, γιατί νόμιζαν πως θα πέθαινε. Όμως τα μεσάνυκτα συνήλθε ο Άγιος και ξύπνησε. Τότε είδε οτι κοιμόντουσαν όλοι, όσοι ήλθαν να του παρασταθούν. Μόνο ο βοηθός του έμενε άγρυπνος.

Ο Άγιος έκανε νεύμα στο βοηθό του να τον σηκώσει και να τον ξαναπάει στο μνήμα από όπου τον είχε  πάρει!!!
Ο βοηθός του, αφού τον στήριξε και τον βάσταξε, τον πήγε στον τάφο όπου τον ξανάκλεισε μέσα.
Έμενε λοιπόν ο Άγιος μέσα στον τάφο ξαπλωμένος και προσευχόμενος συνεχώς, με ιερό ζήλο, ενώ το σώμα του δεν μπορούσε να σηκωθεί από τους πόνους.
Οι δαίμονες τον περιτριγύρισαν πάλι απειλητικά. Ο Άγιος όμως τους έλεγε:
 - Εδώ είμαι. Δεν φεύγω από τις μαστιγώσεις σας. Εάν και περισσότερα κακά μου κάνετε, πάλι δεν μπορείται να με χωρίσεται από τον αγάπη του Χριστού και Σωτήρα μου.
Οι δαίμονες, βλέποντας τον Άγιο να προσεύχεται ακόμη και πληγωμένος, χωρίς να φοβάται, αγρίεψαν περισσότερο. Έκαναν τόσο δυνατό θόρυβο, ώστε φάνηκε οτι σείσθηκε ο τόπος και σχίσθηκαν οι τέσσεροις τοίχοι.
Στη συνέχεια οι δαίμονες μετασχηματίστηκαν, κατά φαντασίαν, σε ερπετά και θηρία, για να τον τρομοκρατήσουν. Γέμισε ο τόπος από λιοντάρια, αρκούδες, λεοπαρδάλεις, φίδια, λύκους και άλλα φρικτά θεάματα. Το κάθε ένα απειλούσε με το δικό του σχήμα και με τον δικό του τρόπο.
Τα λιοντάρια έβγαζαν άγριους βρυχηθμούς και ορμούσαν να τον κατασπαράξουν. Οι ταύροι ορμούσαν να τον κερατίσουν. Οι σκορπιοί και τα φίδια ορμούσαν να τον δαγκάσουν και να τον φαρμακώσουν. Οι λεοπαρδάλεις και οι λύκοι ορμούσαν να τον καταξεσκίσουν και να τον φάνε. Και ανάλογα εκδηλώνονταν τα φαινόμενα εκείνα θηρία. Τα κτυπήματα τους ήταν φοβερά και η αγριότητα τους αβάστακτη, ανυπόφορη.
Ο Όσιος συνθλιβόταν από όλα αυτά και υπέμενε καρτερικά τα φοβερά τους κτυπήματα. Αισθανόταν φοβερό πόνο στο σώμα του. Όμως στην ψυχή ήταν άφοβος και άγρυπνος. Ενώ στέναζε από σωματικό πόνο, η ψυχή του ήταν ανυπόταχτη και ανυποχώρητη. Και αντιμετωπίζοντας και καταφρονόντας τους δαίμονες έλεγε:
- Εάν είχατε δύναμη, τότε έφθανε ένας και μόνος από σας να με πολεμήσει. Αλλά επειδή ο Δεσπότης σας έχει κόψη τα νεύρα και σας έχει αφήσει δίχως δύναμη, γι' αυτό προσπαθείται με το πλήθος και την υποκρισία να με φοβίσετε μετασχηματιζόμενοι σε μορφές θηρίων. Εαν λάβατε την εξουσία από άνω εναντίον μου μη αμελείτε. Αν όμως δε λάβατε εξουσία, τότε γιατί αναστατώνεσθε άδικα;
Οι δαίμονες ενώ εμπαίζονταν από τον Άγιο και προσπαθούσαν ανήμποροι να τον βλάψουν, έτριζαν τα δόντια και τον απειλούσαν.
Τέλος, ο Κύριος που δε λησμόνησε τον Άγιο Του, ήρθε σε συμπαράσταση και σε βοήθεια του. Τότε ο Άγιος Αντώνιος είδε τη στέγη του τάφου σαν να ανοιγόταν και μια αχτίδα φωτός να έρχεται πρός αυτόν. Αμέσως οι δαίμονες εξαφανίσθηκαν αιφνιδιαστικά και έπαψε ο πόνος του σώματος. Θεραπεύθηκαν όλα τα σημάδια από τις πληγές που του προκάλεσαν οι δαίμονες.
Τότε ο Άγιος, που αισθάνθηκε την ευεργετική επίσκεψη του Θεού, προσευχήθηκε με τα εξής λόγια.
- Πού ήσουν Χριστέ μου και δεν φάνηκες από την αρχή, να σταματήσεις τις οδύνες και τους πόνους μου;
Τότε ακούσθηκε η θεία φωνή και του είπε.
- Αντώνιε, εδώ ήμουν αλλά καρτερούσα να δω τον αγώνα σου. Επειδή λοιπόν υπέμεινες και δε νικήθηκες, θα είμαι βοηθός σου πάντοτε και θα σε κάνω ονομαστό σε όλο τον κόσμο.
Ο Άγιος, ακούοντας αυτά τα λόγια, σηκώθηκε και προσευχόταν. Αισθανόταν περισσότερη δύναμη στον εαυτό του από οτι σε όλη του τη ζωή. Μετά τον σκληρό αγώνα, ακολουθεί το στεφάνι της νίκης. Μετά την απειλή του Άδη, έρχεται η φωνή του Ουρανού ...   Όλα αυτά συνέβαιναν, όταν ο Άγιος ήταν τριανταπέντε ετών.
Για Αυστηρότερη Άσκηση
Από τότε ο Άγιος Αντώνιος έγινε πιό πρόθυμος στη Θεοσέβεια. Αφού νίκησε τους δαίμονες μέσα στον τάφο, πήγε και επισκέφθηκε τον γέροντα από τον οποίο πήρε μαθήματα ασκητίκής ζωής και του λέγει την απόφαση του να απομακρυνθή περισσότερο από τον κόσμο. Τον παρακαλεί μάλιστα να τον ακολουθήση κι αυτός στον έρημο τόπο που έχει αποφασίσει ν' αναχωρηση. Ο Γέροντας του όμως, επειδή ήταν πολύ γέρος, αλλά κι επειδή δεν υπήρχε ακόμη τέτοια συνήθεια, δεν δέχτηκε.
Μόνος του τότε, ο Άγιος Αντώνιος ξεκινάει, για τον σκληρό και δύσκολο δρόμο της ασκήσεως. Περνάει τον Νείλο ποταμό και προχωράει πρός τα βουνά της δεξιάς όχθης του, που προεκτείνονται προς την Αραβία.
Ο σκοτεινός διάβολος πλημμυρίζει τότε από θανάσιμο μίσος κατά του Αγίου. Καθώς τον βλέπει να προχωρή, για πιό αυστηρή άσκησι και πρόοδο αγιωσύνης, ταράζεται. Δεν το βάζει όμως κάτω. Ετοιμάζεται να τον σκανδαλίση με άλλα δολώματα και τεχνάσματα, για να τον ρίξη στην αμαρτία.
Ο Αργυρένιος Δίσκος
Του πετάει λοιπόν, στον δρόμο του, εκεί που βάδιζε στην έρημο, ένα μεγάλο, αστραφτερό, αργυρένιο δίσκο! Ο Μέγας Αντώνιος κοντοστέκεται για λίγο και λέγει εκείνο, που κατάντησε παροιμία : " Απο που βρέθηκε δίσκος στην έρημο;" Εδώ ούτε δρόμος ούτε μονοπάτι, ούτε ίχνος περάσματος φαίνεται πουθενά. Αλλά και εαν έπεσε κάποιου ανθρώπου, δεν θα τον άκουγε; Δεν θα γύριζε λοιπόν να τον πάρη;
Δική σου τέχνη είναι τούτο διάβολε! είπε ο Άγιος. Θέλεις να με εμπαίξης. Δεν θα σου κάνω όμως τη χάρι. Χάρισμα σου λοιπόν. Πάρε τον δίσκο μαζί σου στην απώλεια, στο σκοτάδι της Κολάσεως, του φρικτού βασιλείου σου ... Μόλις όμως, είπε αυτά ο όσιος, ο δίσκος έγινε άφαντος! Ο δαίμονας είχε νικηθή και πάλι.
Σε λίγο ο Μέγας Αντώνιος συναντάει  μπροστά του άφθονο χρυσάφι, που άστραφτε και γυάλιζε με τη λάμψη του. Για το χρυσάφι αυτό, δίνονται δύο εξηγήσεις. Η μιά είναι, οτι το παρουσίασε ο διάβολος στον Άγιο, για να τον εμποδίση από το θεάρεστο δρόμο του, για να του ανάψη τη φλόγα της φιλαργυρίας και του πλούτου και έτσι να του αλλάξη τα μυαλά.
Η άλλη εξήγησις είναι, οτι το χρυσάφι αυτό, το παρουσίασε ο Θεός στον Άγιο, για να δείξη στον διάβολο, οτι ο Αντώνιος, ούτε από το χρυσάφι παρασύρεται, ούτε με τίποτε άλλο δεν αλλάζει την ευτυχία της πίστεως που νιώθει. Ο Άγιος είναι αλήθεια πως θαυμάζει την αφθονία του χρυσαφιού, που βλέπει μπροστά του, αλλά καμμιά επιθυμία δεν αισθάνεται. Το προσπερνάει, όπως προσπερνάει, κανείς όταν πατάει φωτιά και φεύγει. Θυμήθηκε την Αγ. Γραφή που λέγει: " Πλούτος, εάν ρέη, μη προστίθεσθε καρδίαν" .
Φθάνει λοιπόν, ο μέγάλος ασκητής βαθειά στην έρημο. Εκεί κοντά στο βουνό, σε κάτι παλιά ερείπια, σταματάει. Κοντά του βρίσκεται μια δροσερή πηγή! Είναι στη Λυβική έρημο Πισπίρι, που βρίσκεται το σημερινό Δαρ-Ελ-Μεϊμουν.
Κατασκηνώνει στα παλειά ερείπια του φρουρίου της ερήμου, χωρίς να τον φοβίζουν τ' άγρια ζώα και ερπετά, που βρίσκονται εκεί μέσα. Εκείνα με θείο θέλημα ένα - ένα αφήνουν  το φρούριο και φεύγουν.
Εδώ αρχίζει ο Μ. Αντώνιος να ζη σε πιό αυστηρή άσκηση. Απομονωμένος από τον κόσμο εντελώς, βαθαίνει στα μυστήρια της ζωής και της Δημιουργίας. Είκοσι ολόκληρα χρόνια, προσευχεται, νηστεύει, ξαγρυπνάει και αντιστέκεται στους πειρασμούς του διαβόλου.
Άγριες επιθέσεις του κάνει ο σατανάς. Τον απειλεί. Του τρίζει τα δόντια. Του προκαλεί επανάσταση στη σάρκα. Τον πολεμάει συνεχώς σε μιά μάχη ασταμάτητη.
Οι επισκέπτες που πηγαίνουν να τον δούν ακούνε στο φρούριο άγριες κραυγές:
- Φύγε από τον τόπο μας. Η έρημος είναι δική μας. Δεν θα μπορέσεις ν' αντέξεις στις μηχανές μας. Θα σε πιάσουμε στις παγίδες μας και στις ενέδρες μας!
Οι επισκέπτες νομίζουνε στην αρχή, οτι οι φωνές είναι ανθρώπινες. Διαπιστώνουν όμως έπειτα οτι πουθενά δεν υπάρχουν άνθρωποι, εκτός από τον γενναίο ασκητή. Καταλαβαίνουν τότε τι υπεράνθρωπη πάλη κάνει ο Άγιος με την πανουργία του διαβόλου και θαυμάζουν.
Τότε ο Άγιος τους πλησιάζει γαλήνιος, Ανοίγει την εξώπορτα του φρουρίου και τους λέγει:
- Μη φοβάσθε, αγαπητοί μου. Αφήστε τον δαίμονα να χτυπιέται. Εσείς να κάνετε τον σταυρό σας και να βαδίζετε άφοβα τον δρόμο σας.
Τους είπε και πολλά άλλα ωφέλιμα και ψυχοσωτήρια λόγια. Τους δίδαξε από την πείρα του, πως να πολεμούν και να ξεφεύγουν τις φαρμακερές παγίδες του Σατανά. Υμνούν το Θεό οι επισκέπτες, που τους αξίωσε να ιδούν τον γενναίο αυτό αθλητή της ερήμου, κι ευτυχισμένοι γυρίζουν στον τόπο τους.
Ο Μεγας Αντώνιος Και Ο Παύλος Ο Απλούς
Πόσο σκληρή ήτανε η άσκησις του και η νηστεία του φαίνεται στον βίο του Αγίου Παύλου του απλού. Ο Παύλος προσήλθε στον Άγιο Αντώνιο εκεί στην έρημο.
- Γέροντα, του είπε, θέλω να με προσλάβης υποτακτικό σου, για να μάθω τον τρόπο της ασκέσεως, ώστε να σώσω την ψυχή μου.
-  Παιδί μου, του απάντησε ο Αντώνιος, δε σε παίρνω, διότι είναι σκληρή και βαρειά η καλογερική. Είναι δύσκολη η ασκητική ζωή.
- Ας είναι γέροντα, σε παρακαλώ να με πάρης.
- Μα, παιδί μου, δεν θα τα βγάλης πέρα.
- Πάρε με, επέμενε ο Παύλος και ο Θεός θα με βοηθήση να τα βγάλω.
- Αφού επιμένεις, πήγαινε πιό πέρα και προσευχήσου, εώς ότου σε φωνάξω για φαγητό.
Πράγματι! επήγε κι άρχισε να προσεύχεται στον καυτερό ήλιο του καλοκαιριού στην έρημο. Έψηνε κυριολεκτικώς ο τόπος. Προσευχήθηκε όλη την ημέρα και όλη την νύκτα. Πέρασε και η άλλη μέρα, και η άλλη νύκτα. Την τρίτη ημέρα, τον εφώναξε ο Αντώνιος λέγοντας:
- Παύλε, έλα να φάμε.
Ο Αντώνιος έβαλε λίγα παξιμάδια και νερό. Αυτό ήτανε η τροφή τους. Έφαγε ένα παξιμάδι ο Αντώνιος και ένα ο Παύλος.
- Φάγε παιδί μου και άλλο παξιμάδι, του είπε ο Αντώνιος.
- Αν τρώς και συ παξιμάδι, τρώω και εγώ, του απάντησε ο Παύλος.
Αυτός λοιπόν, ο Παύλος έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετής και αγιότητος... Του έδωσε χάριν ο Θεός να θεραπεύη αρρώστειες και να βγάζει δαιμόνια. Όταν πήγαινε στον Μέγα Αντώνιο κάποιος ασθενείς για να τον θεραπεύση, ο Αντώνιος τους παρέπεμπε στον Παύλο, κι εκείνος με την προσευχή του τους εθεράπευε.
Οδηγός Και Διδάσκαλος
Το όνομα του Μεγάλου Αντωνίου, γίνεται ξακουστό. Ο θαυμασμός για την αυστηρή ζωή, παρακινεί πολλούς να πάνε να τον δούνε. Πολλοί μοναχοί, τον βλέπουνε σαν ένα φωτεινό παράδειγμα αγίας ζωής και θέλουν να τον μιμηθούν.
Όταν λοιπόν, μαθαίνουν που βρίσκεται,τρέχουν πολλοί με χαρά κοντά του. Κοιτάζουνε το κοκκαλιάρικο σώμα του και τα χάνουν. Αρκετοί που πάσχουν από αρρώστιες, μόλις τον βλέπουν, γιατρεύονται. Πολλοί δαιμονισμένοι λυτρώνονται από τα δεσμά του διαβόλου.
Ο Μέγας Αντώνιος, όλους τους δίδασκε. Δεν ήξερε βέβαια γράμματα, αλλά ο λόγος του ήταν φωτισμένος απο το Θείο Πνεύμα. Όσοι τον άκουγαν, ένοιωθαν αμέσως γαλήνη στην καρδιά τους.  Μεγάλωνε ο έρωτας τους για αρετή. Έφευγε από το σώμα τους η τεμπελια για πνευματικούς αγώνες και χανόταν ο καταστρεπτικός εγωισμός τους.
Μάθαιναν όλοι τους, πως να καταφρονούν τους πειρασμούς του πονηρού διαβόλου και πως να πλησιάζουν περισσότερο το Χριστό. Τους μοναχούς τους δίδασκε λεγοντας:
- Για την σωτηρία μας, είναι αρκετές οι Γραφές. Μας φθάνει η Παλαιά και ή Καινή Διαθήκη. Καλό όμως είναι, να στερεώνει και ο ένας του άλλου την πίστη με λόγια, που ωφελούν τη ψυχή.
- Παιδιά μου, να μη βαριέσθε και μη αμελήτε το έργο της ασκέσεως. Με λίγους πρόσκαιρους κόπους εδώ, θα κερδίσουμε την αιώνια ανάπαυσι, την δόξα και την χαρά του ουρανού. Το πρωί που σηκωνόμαστε από τον ύπνο μας, ας βάζουμε στο μυαλό μας, οτι ίσως δεν προλάβουμε να ιδούμε άλλο ηλιοβασίλεμα.Και το βράδυ, πάλι να σκεπτώμαστε, οτι ίσως να μην μας βρεί ζωντανούς, το ξημέρωμα. Ότι έχουμε να κάνουμε για να ετοιμαστή η ψυχή μας, να το κάνουμε σήμερα. Αύριο ίσως να είμαστε πεθαμένοι.
- Ας μη νομίζουμε, πως κάνουμε τίποτα το σπουδαίο. Φθαρτό σώμα θυσιάζουμε και κερδίζουμε την άφθαρτη ψυχή, την αιώνια ευτυχία.
- Ας προσέχουμε, να μην μπη στην καρδιά μας επιθυμία γυναικός (μιλούσε πρός τους ασκητάς). Να μισούμε όλες τις ηδονές, που φθείρουν τη ψυχή μας. Να σκεφτώμαστε την ώρα των πειρασμών την ώρα της Κρίσεως (όταν θα απολογούμαστε  μπροστά στο Θεό για την αμαρτία που θα πράξουμε εκείνη την ώρα). Μακάρι ο φόβος της Κολάσεως να εξαφανίζη τους πειρασμούς της σάρκας και να σβύνη κάθε φωτιά επιθυμίας.
Αυτά και πολλά άλλα έλεγε στους πολυάριθμους μαθητές του ο Μέγας Αντώνιος. Τους διηγόταν έπειτα για τις πανουργίες του διαβόλου και τους έλεγε:
- Ποτέ μην ακούτε τους δαίμονες. Πάντοτε σκοπεύουν να μας σκανδαλίσουν. Κάποτε, τους άκουσε να μου λένε, οτι είμαι ευτυχισμένος. Αλλά εγώ τους καταριόμουνα.
Άλλη φορά πάλι, μου παρίσταναν τους προφήτες. Μου έλεγαν, οτι θα στερέψη το νερό του ποταμού. Εγώ όμως, τους απαντούσα: Τι σας νιάζει εσάς; Πηγαίνετε, συχαμεροί. Φύγετε από κοντά μου. Δε θάλω να σας ακούσω!
- Άλλη φορά πάλι, ερχόντανε και με περικυκλώνανε σαν στρατιώτες καβαλλαραίοι και με απειλούσανε με όπλα. " Όχι σπάνια, παίρνανε μορφή θηρίων και ερπετών και με φοβερίζανε. Τότε εγώ προσευχόμουνα.
 " Αυτοί με άρματα και αυτοί με άλογα, εμείς δε με το όνομα του Κυρίου του Θεού μας  υπερτερούμε"
Και με τις ψαλμωδίες και τις προσευχές έφευγαν πανικόβλητοι.
Άλλη μιά φορά, μ' επισκέφθηκαν τη νύχτα με φως και μου είπαν. Αντώνιε, σε λυπόμαστε για το μαύρο σκοτάδι που ζής! ( Προσπάθησαν να τον παρασύρουν κοντά τους με μια καλή πράξη αλλά οι δαίμονες ήθελαν να του τραβήσουν την προσοχή να σταματίση την προσευχή με το Θεό και να τους δίνει αυτούς προσοχή )
 Τότε εγώ δεν τους μίλησα. Έκλεισα τα μάτια και προσευχήθηκα. Μόλις έπειτα τελείωσα την προσευχή μου και άνοιξα τα μάτια μου, δεν είδα πουθενά φως. Βασίλευε παντού ησυχία και σκοτάδι. Οι δαίμονες είχαν σκορπισθή τρομαγμένοι.
Είναι αμέτρητες οι πανουργείες τους, αδελφοί μου.
Μια νύχτα πάλι έσεισαν το Κάστρο, που ασκητεύω. Ξύπνησα τρομαγμένος. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω μπροστά μου ένα δαίμονα πελώριο, ο οποίος μου είπε με τόλμη:
- Εγώ είμαι η δύναμις του Θεού, Αντώνιες. Τι θέλεις να σου χαρίσω;
Κατάλαβα το τέχνασμα του πανούργου.
- Ιησούς Χριστός! φώναξα και φύσηξα κατ' επάνω του. Τότε εξαφανίστηκε αμέσως.
Όταν νήστευα επί πολλές ημέρες, ήρθε ο πανάθλιος ντυμένος σαν καλόγηρος και μου έφερε ψωμιά.
- Μη νηστεύεις πολύ, μου είπε. Φάγε, γιατί θ' αρρωστήσης! Εγώ σηκώθηκα τότε και προσευχήθηκα, κάνοντας το σημείο του Σταυρού. Ο διάβολος εξαφανίστηκε την ίδια στιγμή.
Και ο Άγιος συνέχιζε τις διηγήσεις του ...
- Ήταν, λέει, μια άγρια νύχτα του χειμώνα. Η βροχή ήτανε καταρρακτώδης, ο αγέρας φύσαγε τρομερά. Είχα ξαπλώσει, κι αγωνιζόμουνα να ζεστάνω λίγο τα ξυλιασμένα πόδια μου. Εκεί, που πήγαινε να με πάρη ο ύπνος, ακούω να μου κτυπούν την πόρτα. Ανοίγω και βλέπω έναν πανύψηλο δαίμονα ο οποίος μου έλεγε:
- Εγώ είμαι ο διάβολος ... Πες μου, σε παρακαλώ γιατί με κατακρίνουν τόσο άδικα οι Μοναχοί και όλοι οι χριστιανοί; Γιατί τα βάζουν συνεχώς μαζί μου και με καταριώνται;
- Διότι τους πειράζεις και τους σκανδαλίζεις, του είπα.
- Αυτοί μόνοι τους πειράζονται και σκανδαλίζονται. Εγώ έχω πλέον εξασθενίσει. Δεν έχω πιά δύναμη, είπε ο δαίμων. Τότε ύμνησα την δύναμη του Χριστού και είπα στο σατανά:
- Πάντα είσαι ψεύτης, αλλά τώρα είπες αλήθεια. Η σάρκωση και ο μαρτυρικός θάνατος του Κυρίου σε γύμνωσε από κάθε δύναμη.
Μόλις άκουσε τα λόγια αυτά ο σκοτεινός εχθρός της ψυχής, έφυγε ντροπιασμένος.
Εν τω μεταξύ πλήθαιναν οι μοναχοί, ενώ η ζωή του Μέγα Αντωνίου ήτανε πλέον το φωτεινό παράδειγμα, το πρότυπο κάθε νέου, που ακολουθούσε τον Μοναχικό βίο.

Στην Αλέξάνδρεια Κοντά Στους Μάρτυρες
Κατά το 311 μ.Χ. επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, ξεσπάει άγριος διωγμός εναντίον των Χριστιανών στην Αίγυπτο.
Αναρίθμητοι χριστιανοί εξοντώνονται. Η Αλεξάνδρεια πλημμυρίζει στο αίμα των Χριστιανών. Η είδηση των μεγάλων σφαγών των χριστιανών φθάνει και στον Μέγα Αντώνιο, που ακήτευε στην έρημο.
Τότε ο Άγιος αφήνει την έρημο. Παίρνει μαζί του και μερικούς άλλους μοναχούς και κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια, έτοιμος να μαρτυρήση γιά τον Χριστό.
Εκεί δείχνει, μεγάλη δραστηριότητα. Στερεώνει τους μάρτυρες στην πίστι. Τους δίνει κουράγιο. Τους βοηθάει στις δύσκολες στιγμές. Μπαίνει στα δεσμωτήρια και στις φυλακές. Παρουσιάζεται στα δικαστήρια και παντού εμψυχώνει τους μάρτυρες.
Και όταν δόθηκε εντολή, να μην πατήση μοναχός στα δικαστήρια, ο μεγάλος ασκητής, δεν υπάκουσε. Μπήκε στο δικαστήριο και κάθησε σε σημείο που να τον βλέπουν. Μέσα του κρυφόκαιγε ο πόθος να μαρτυρήση για την πίστι του Κυρίου, γιατί εγνώριζε, οτι δεν υπάρχει μεγαλύτερο για τον άνθρωπο από το να αξιωθή να μαρτυρήση γιά τον Χριστό. Άλλη όμως ήταν η βουλή του Θεού.
Όταν τέλος, σταμάτησε ο διωγμός, ο Άγιος γύρισε πάλι στο ασκητάριο του, στην έρημο. Ένοιωθε, τώρα ιδιαίτερη χαρά γιατί έβλεπε να πληθαίνουνε τα Μοναστήρια. Οι μαθητές του είχαν ακούσει τις νουθεσίες του και η Μοναχική ζωή λάπρυνε τις ερήμους της Αιγύπτου.
Μένει λοιπόν, κι άλλον καιρό στο ασκητήριο του, και συνεχίζει εκεί στην σκληρή ζωή. Ποτέ δεν υπερηφανεύεται. Ποτέ του δεν θεωρεί τον εαυτό του πιό ψηλά από τους άλλους.

... "Άνθρωπος αμαρτωλός είμαι" ...
Μιά μέρα ενώ ησύχαζε στο κελλί του, προχωρεί πρός τα εκεί, ένας ανώτατος αξιωματικός ονομαζόμενος Μαρτινιανός και του χτυπάει την πόρτα λέγοντας:
- Άνθρωπε του Θεού, σε παρακαλώ, βοηθησε με. Έχω μια θυγατέρα, που την ενοχλεί ο διάβολος.Αρρωσταίνει φοβερά. Ζητώ την βοήθεια σου ...
 Ο Άγιος του απαντάει τότε:
- Άνθρωπε, τι θέλεις; Αμαρτωλός άνθρωπος είμαι κι εγώ, όπως κι εσύ. Εάν όμως πιστεύης στον Χριστό, πήγαινε, κάνε την προσευχή σου και θα εκπληρωθεί η επιθυμία σου.
Εκείνος πίστεψε τότε ολόψυχα στον Θεό. Γονάτισε και με πόνο ζήτησε τη βοήθεια Του. Το θαύμα έγινε. Η θυγατέρα του θεραπεύθηκε θαυματουργικά.
Πολλοί ανθρώποι, τότε, άρχισαν να τρέχουν κοντά του και να ζητούνε συμβουλές ή την μεσιτεία του πρός τον Θεό, για να θεραπευθούν από διάφορες αρρώστειες.
Ο ταπεινός γέροντας, δεν θέλει να βλέπει τιμές και δόξες στο πρόσωπο του. Φοβάται μήπως απ' όσα γίνονται δι' αυτού, με τη θέληση του Θεού, του φουντώσουν την υπερηφάνεια. Φοβάται, μήπως οι ανθρώποι σχηματίσουν μεγάλη ιδέα γι' αυτόν εξ' αιτίας των θαυμάτων, που τον βοηθά ο Θεός να πραγαματοποιή.
Στη Μακρινή Έρημο
Αποφασίζει, λοιπόν, να προχωρήση, για άλλο μέρος. Σκέφτεται να πάη στη Θηβαΐδα ... Παίρνει λοιπόν, δύο καρβέλια ψωμί και κατεβαίνει στο ποτάμι. Εκεί περιμένει να φανή κανένα πλοιάριο ή καμιά βάρκα για να τον περάση απέναντι.
Ξαφνικά ακούει μιά φωνή να του λέγει:
- Πού πηγαίνεις, Αντώνιε;
- Οι όχλοι μου ζητούν να κάνω θαύματα παραπάνω από τις δυνάμεις μου. Φεύγω λοιπόν, για να ησυχάσω στην Άνω Θηβαΐδα, είπε ο Άγιος.
- Και στη Θηβαΐδα να πάς, θα πάνε να σε βρούνε. Για να ησυχάσης, λοιπόν, προχώρα βαθύτερα στην έρημο.
- Και ποιός θα μου δείξη τον δρόμο, αφού δεν τον ξέρω; ρώτησε ο Αντώνιος.
Τότε η αόρατη φωνή του ουρανού, του έδειξε ν' ακολουθήση μερικούς Σαρακηνούς, που περνούσανε εκείνη τη στιγμή από κοντά του, για να φτάση έτσι στον τόπο, που θα έβρισκε ησυχία και γαλήνη.
Οι Σαρακηνοί δέχτηκαν με χαρά να τον καθοδηγήσουν. Περπάτησε μαζί τους, κοντά σ' ένα ψηλό βουνό, που βρίσκεται στην περιοχή της Ερυθραίας . Εκεί βρήκε άφθονο γάργαρο και κρύο νερό, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα.
Υπήρχαν δε και εκεί φοίνικες. Το σημείο εκείνο ήταν αρκετά εύφορο. Εκεί τον άφησαν οι Σαρακηνοί, κατά την επιθυμία του, αφού του έδωσαν προηγουμένος μερικούς άρτους. Οι Σαρακινοί και άλλες φορές, όταν τύχαινε να περνούν από το μέρος εκείνο, επειδή κατάλαβαν τη μεγάλη αγιωσύνη του Αντωνίου, τον επισκέπτονταν, του δείχνανε τον σεβασμό τους, του αφήνανε έπειτα κανένα ψωμί και έφευγαν.
Με την προσευχή, την νηστεία και την παρηγοριά των φοινίκων και του κρύου νερού, πέρασε αρκετές ευτυχισμένες μέρες γαλήνης και σιωπής έχοντας συνεχώς στην σκέψη του τον Θεό.
Ύστερα από λίγο καιρό, μαθαίνουν οι μαθητές του, που βρίσκεται. Με στοργή και αγάπη τρέχουν κοντά του. Τον συμβουλεύονται στις δυσκολίες που συναντούν αλλά επίσης και για να του στείλουν υλική βοήθεια. Χωρίς να σκέφτονται κόπους και πολυήμερες πεζοπορίες στην δύσβατη έρημο, του στέλνουν τακτικά τα απαιτούμενα ελάχιστα τρόφημα για να συντηρηθή.
Ο Μέγας Αντώνιος σκέπτεται τους κόπους, την μεγάλη απόσταση και την ταλαιπωρία των μοναχών, που τον εφοδιάζουν με ψωμί και τους λυπάται. Για να τους απαλλάξη, λοιπόν, από τα δρομολόγια, τους ζητάει να φέρουν σκαφτικά, γεωργικά εργαλία και λίγο σιτάρι, για σπορά.
Όταν του φέρανε αυτά, που ζήτησε, επιδόθηκε στην μικροκαλλιέργεια. Έσκαψε τη γη και έσπειρε το σιτάρι. Έπειτα το φρόντιζε. Ένοιωθε πολύ χαρούμενος και ευτυχισμένος, γιατί έβγαζε με τον κόπο του, το λιγοστό ψωμί του.
Η γη ήταν έφορη και το σιτάρι που έβγαζε εκεί του έφτανε, για να ζήση. Έτσι δεν ενοχλούσε πλέον κανένα για την συντήρηση του. Μόλις είδε ο Αντώνιος την ευφορία της γής, αλλά και την ανάγκη των επισκεπτών του να θέλουν να βάλουν κάτι στο στόμα τους, φύτεψε και λαχανικά.
Δεν τον άφησαν όμως τ' άγρια ζώα σε ησυχία. Κατέβαιναν στην πηγή, έπιναν νερό κι έπειτα έμπαιναν στα σπαρτά του και στον κήπο του και του τα κατέστρεφαν.
Ο Άγιος έπισασε μιά μέρα ένα από αυτά τα ζώα και του μιλούσε, όπως μιλάνε σε λογικούς ανθρώπους:
- Γιατί με ζημιώνετε, του είπε. Εγώ σας ζημιώνω; Πηγαίνετε λοιπόν στ' όνομα του Κυρίου και μη με ξαναπλησιάσετε.
Και το θαύμα είχε γίνει. Τ' άγρια ζώα ούτε τον κήπο του χαλάσανε, ούτε κατέβηκαν άλλη φορά στην πηγή εκείνη, για να πιούνε νερό!
Ανάμεσα στα λιοντάρια
Ήτανε αλήθεια μεγάλος άθλος να μπορεί να ζη μέσα στην φοβερή εκείνη ερημιά, ανάμεσα σε άγρια ζώα. Ο Άγιος όμως κατάφερνε να νικάη, όχι μόνο τον φυσικό φόβο, αλλά και τον φόβο, που του προκαλούσαν οι δαίμονες. Και οι απειλές του διαβόλου ήταν τακτικές.
Μιά νύκτα, που ο Μέγας Αντώνιος αγρυπνούσε στην προσευχή, ο διάβολος μάζεψε όλα τα λιοντάρια της ερήμου και με αυτά του περικύκλωσε το καλύβι του. Τα λιοντάρια αρχίσανε να βρυχόνται και να τρίζουν τα δόντια τους απειλητικά.
Ήτανε αστροφεγγιά. Μόλις είδε ο Άγιος την πληθώρα των θηρίων, για μιά στιγμή τα έχασε. Έπειτα όμως κατάλαβε, οτι αυτό, που έβλεπε, ήταν η συνηθισμένη τέχνη του διαβόλου.
Βγήκε λοιπόν με θάρρος από το καλύβι του και μέσα στη νύχτα φώναξε δυνατά στα θηρία:
- Εάν πήρατε από τον Θεό εξουσία εναντίον μου, τότε προχωρήτε και κατασπαράξτε με! Εάν όμως σας έφερε εδώ με την βία ο σατανάς, πάρτε δρόμο, φύγετε, είμαι δούλος του Χριστού!!!
Τότε τα λιοντάρια βουβά σκορπίσανε με ορμή, σα να τα κτύπησε ξαφνικά καταιγίδα. Ο δε Άγιος συνέχισε την προσευχή του ...

Πολεμάει Την Αίρεση Του Αρειανισμού
Το 338 μ.Χ. ενώ ο βρίσκεται σε βαθιά γεράματα, η ορθοδοξία ζητάει τη βοήθεια του. Οι Αρειανοί ταράζουν τη γαλήνη της Εκκλησίας και προσπαθούν να παραποιήσουν τη πίστι.
Οι παρακλήσεις των επισκόπων και των μοναχών να πάρη μέρος σ΄ αυτή τη μάχη κατά του Αρειανισμού τον ξεσηκώνουν.
Κατεβαίνει τότε από το βουνό ο Άγιος και προχωράει, σαν θεϊκός σίφουνας, προς την Αλεξάνδρεια.
Εκεί πρωταγωνιστεί. Πωλεμάει με ζωτικότητα την αίρεση. Αποκηρύσσει τους Αρειανούς και την αίρεση τους. Την ονομάζει ορθά " πρόδρομον του Αντιχρίστου"

Εκεί συναντάει και τον Μέγα Αθανάσιο, παλεύοντας για την επιστροφή του από την εξορία. Στην Αλεξάνδρεια κοιτάζουν όλοι τον Μέγα Αντώνιο με θαυμασμό. Είναι για όλους μια προσωπικότητα ισχυρή. Ένας γέροντας με ατσάλινη πίστη. Αν και αγράμματος, τα λόγια του ακούγονται σαν κεραυνός. Οι σκέψεις του αστράφτουν από καθαρότητα και αγιότητα.
Με το κύρος του και το σεβασμό που προκαλεί η ασκητική του μορφή, προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον αγώνα της Εκκλησίας κατά των Αρειανών. Γι' αυτό έλεγε ο Μ. Αθανάσιος:
" Όση ωφέλεια φέρνει ο Αντώνιος, με μια μόνο επίσκεψη στην Αλεξάνδρεια, δε τη φέρνουμε εμείς με εργασία σε ένα χρόνο".
Μόλις καταλαβαίνει, οτι είχε τελειώση η αποστολή του, αφήνει την Αλεξάνδρεια και γυρίζει στην έρημο του για τη συνέχεια του ασκητικού του αγώνα. Στο δρόμο ο κόσμος τρέχει να τον ιδεί, πλούσιοι και φτωχοί του φιλούνε με σεβασμό το χέρι του, άρρωστοι τον παρακαλούνε να προσευχηθή γι' αυτούς και τον τιμούν στην αποχώρηση του. Ο Άγιος προχωρεί με ταπεινοφροσύνη στο δρόμο της ακήσεως του. Ευχαριστά και δοξάζει το Θεό για την ακλόνητη πίστι των χριστιανών προς Αυτόν...

Στη Βαθυτέρα Έρημο Του Όσιου Παύλου Του Θηβαίου
Ο Άγιος Αντώνιος έφθασε κάποτε σε ηλικία ενενήντα ετών. Τότε κατά θεία παραχώρηση, βρήκε τον όσιο Παύλο τον Θηβαίο ο οποίος εκοιμήθη εν Κυρίω. Τον ενταφίασε με μεγάλη ευλάβεια.
Ο Όσιος εκείνος Παύλος ο Θηβαίος καταγόταν από την πόλη Θηβαΐδα της Αιγύπτου. Δεκαπέντε ετών ορφάνεψε. Είχε μόνο μιά αδελφή παντρεμένη. Όμως ο άνδρας της αδελφής του τον πρόδωσε στους άρχοντες οτι ήταν Χριστιανός. Είχε σχέδιο να τον εξοντώσει, για ν' αρπάξει το μερίδιο. Τότε βασίλευαν στη Ρώμη ο Δέκιος και Ουαλλεριανός οι οποίοι καταδίωκαν τους Χριστιανούς και τους θανάτωναν.
Τότε ο νεαρός Χριστιανός κατέφυγε στην έρημο και στα όρη. Όμως εκεί στην έρημο ξύπνησε μέσα του πόθος της ασκητικής ζωής. Γι' αυτό πήγε στη βαθύτερη έρημο. Βρήκε μια σπηλιά  όπου υπήρχε ησυχαστικός τόπος με πηγή νερού και φοίνικα. Εκεί σ' αυτόν τον έρημο τόπο τριάντα χρόνια τρεφόταν με χόρτα και φοινίκια. Δοκιμάστηκε η πίστη , η υπομονή και η εμπιστοσύνη του στο Θεό.
Μετά από τριάντα χρόνια ο Θεός άρχισε να του στέλνει με κόρακα μισό ψωμί κάθε μέρα!!
Ο Άγιος Αντώνιος σε ηλικία ενενήντα ετών σκεπτόταν και απορούσε αν ήταν άλλος μοναχός στη βαθύτερη έρημο. Τότε μιά νύκτα, ενώ αγρυπνούσε και σκεπτόταν, του φανερώθηκε άγγελος Κυρίου και του είπε.
- Πήγαινε γρήγορα στα εσωτερικά της ερήμου να βρείς τον Αββά Παύλον ο οποίος είναι πιό ενάρετος από σένα και θα λάβεις από εκείνον μεγάλη ωφέλεια.
Ο Άγιος Αντώνιος ξεκίνησε αμέσως το πρωί να βρεί τον Αββά Παύλο το Θηβαίο στη βαθύτερη έρημο. Όλη την ημέρα βασανιζόταν από την πεζοπορεία, καιγόμενος στον καυτερό ήλιο. Ήλπιζε όμως στο Θεό να του δείξει τον έμψυχο εκείνο θησαυρό, τον Όσιο Παύλο.
Τρείς μέρες περπατούσε. Εύρισκε μόνο ίχνη ζώων, πατήματα αλόγων και θηρίων, και φαντάσματα από δαίμονες. Οι δαίμονες μετασχηματίζονταν σε απαίσιες μορφές για να τον φοβίσουν.
Όμως ο Άγιος Αντώνιος προχωρούσε προσευχόμενος. Την τρίτη μέρα ένα λιοντάρι τον οδήγησε στη σπηλιά του Οσίου Παύλου.
Απο κάθε φως υπάρχει μεγαλύτερο φώς. Απο κάθε άπειρο υπάρχει το μεγαλύτερο άπειρο. Απο κάθε αγιότητα υπάρχει μεγαλύτερη αγιότητα. Ο Άγιος Αντώνιος, ο κορυφαίος των ασκητών, γνώρισε ερημίτη ανώτερο και καρτερικότερο. Υπάρχουν Άγιοι και Όσιοι τους οποίους ο Θεός κρατά κρυμμένους από τον κόσμο σε παραδείσια κατάσταση.
Ο Όσιος Παύλος ρώτησε για τον κόσμο, αν οι άρχοντες βρίσκονται στην ειδωλολατρεία. Όταν πληροφορήθηκε οτι η ειδωλολατρεια κατέρρευσε, ο Όσιος Παύλος δόξασε το Θεό για το θρίαμβο του Χριστιανισμού. Ενώ συνομιλούσαν οι δύο όσιοι, είδαν πάνω στο κλαδί του δέντρου τον κόρακα να φέρνει ένα ολόκληρο ψωμί τώρα αντί του μισού που έφερνε τις άλλες μέρες. Και έφαγαν οι δύο όσιοι ευχαριστούντες το Θεό.
Ο Όσιος Παύλος Παύλος στην επιμονή του Αντωνίου να ακούση τον βίο του συγκατατέθηκε.
Τέλος είπε στον Άγιο Αντώνιο.
- Είναι πολλές μέρες που μου απεκάλυψε ο Κύριος οτι κατοικείς σ' αυτή την έρημο και μου υποσχέθηκε να σε δω πριν τελειώσω τον επί γης βίο μου. Τώρα σύμφωνα με την υπόσχεση σε απέστειλε ο Θεός να ενταφιάσεις το σώμα μου.
Ο όσιος Παύλος παρακάλεσε τον όσιο Αντώνιο να επιστρέψει στο κελλί του και να του φέρει τον μανδύα που είχε δωρήσει ο Μέγας Αθανάσιος στον Άγιο Αντώνιο για να ενταφιασθεί ο όσιος Παύλος μ' αυτόν τον μανδύα.
Όταν ο Άγιος Αντώνιος έφθασε στο κελί του τον προϋπάντησαν οι δύο μαθητές του ο Ισαάκ και ο Πλουσιανός και τον ρωτούσαν που ήταν τόσες μέρες. 
Αυτός τους αποκρίθηκε.
- Αλοίμονο σ' εμένα τον άθλιο τέκνα μου, διότι ψευδώς φοράω το σχήμα των μοναχών και καμμιά ενάρετη πράξη δεν έχω κάνει. Έχω μόνο ένδυμα πλαστό. Είδα τον Θεσβίτη Ηλία και τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Είδα αληθώς άλλον Παύλον να ζει την έρημο σαν να ζεί στον Παράδεισο
.
Αφού ο Άγιος Αντώνιος έφαγε λίγη τροφή, έλαβε τον αναφερόμενο μανδύα και ξεκίνησε βιαστικά να φθάση τον όσιο Παύλο.
Περπάτησε όλη τη μέρα και μέρος της δεύτερης μέρας. Τότε ενώ βάδιζε είδε με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής του τάγματα Αγγέλων, χορούς Προφητών και Αποστόλων, στρατεύματα Μαρτύρων και Οσίων και μαζί με όλους αυτούς είδε την ψυχή του οσίου Παύλου να λάμπει περισσότερο από χιόνι, την οποία πήγαιναν στα ουράνια με μεγάλη χαρά.
Τότε ο Άγιος Αντώνιος βλέποντας αυτή την οπτασία έκλαυσε πολλήν ώρα. Ύστερα άρχισε να τρέχει για να προφθάσει τον όσιο Παύλο. Παρά τα ενενήντα του χρόνια με τη θεία βοήθεια  αισθανόταν δύναμη στα μέλη του και έφθασε στη σπηλιά του οσίου Παύλου.
Βρήκε τον όσιο Παύλο γονατιστό να έχει το πρόσωπο και τα χέρια υψωμένα προς τον ουρανό. Νόμισε προσευχόταν και βρισκόταν σε οπτασία.
Ο Άγιος Αντώνιος άρχισε να συμπροσεύχεται κι αυτός για αρκετή ώρα, αλλά συγχρόνως πρόσεχε με επιμέλεια αν σαλεύει κανένα μέλος του οσίου Παύλου για να δει αν ζει ακόμη.
Αφού πέρασε αρκετή ώρα και δεν είδε καμμιά κίνηση ζωντανή του οσίου Παύλου, γνώρισε ότι αυτός τελείωσε την επίγεια ζωή του προσευχόμενος. Τότε ο Άγιος Αντώνιος με μεγάλη ευλάβεια αγκάλιασε και ασπαζόταν το ιερό εκείνο λείψανο του οσίου Παύλου. Το τύλιξε με τον μανδύα που έφερε. Είπε τους ψαλμούς και τα κατάλληλα τροπάρια.
Θέλοντας να τον ενταφιάσει δεν ήξερε πως να σκάψη τη γη, διότι δεν είχε μαζί του κανένα σκαπτικό εργαλείο. Στεκόταν λοιπόν περίλυπος. Αλλά ήταν αποφασισμένος να μην αναχωρήσει από εκεί μέχρι να του στείλει ο Θεός τη βοήθεια του. Και προσευχόταν περιμένοντας με εμπιστοσύνη στο Θεό.
Τότε είδε να έρχονται τρέχοντας δυο φοβερότατα λιοντάρια από το εσωτερικό της ερήμου. Τα λιοντάρια πλησίασαν πρώτα το ιερό λείψανο του οσίου Παύλου. Κουνούσαν την ουρά τους και έγλειφαν τα πόδια του οσίου με τη γλώσσα τους.
Ύστερα γνώρισαν το θάνατο του οσίου και έβγαλαν βρυχηθμό. Και έπεσαν στα πόδια του και τον προσκύνησαν. Ο Άγιος Αντώνιος θαύμασε βλέποντας οτι και τα θηρία είχαν για συμφορά τους την αναχώρηση του οσίου Παύλου. Σε λίγο τα λιοντάρια εκείνα έσκαψαν με τα νύχια τους λάκκο (τάφο) ίσο με το σώμα του οσίου. Ύστερα πλησίασαν τον Άγιο Αντώνιο. Σα να ζητούσαν ευλογία κουνούσαν την ουρά και τα αυτία τους και έσκυβαν τα κεφάλια τους.
Ο Άγιος Αντώνιος ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και είπε.
- Κύριε, ο Θεός της γνώσεως, δίχως το πρόσταγμα Σου ούτε φύλλο δεν πέφτει του δέντρου, ούτε πτηνό στη γη κατεβαίνει. Συ Κύριε, όπως γνωρίζεις δώσε την αμοιβή και σ' αυτά τα θηρία.
Μετά από αυτή τη προσευχή του ο Άγιος Αντώνιος έκανε με το χέρι του σημείο στα λιοντάρια να αναχωρίσουν. Εκείνα τότε πλησίασαν το ιερό λείψανο του οσίου Παύλου, και αφού το κατασπάσθηκαν, αναχώρησαν.
Τότε ο Άγιος Αντώνιος, αφού βάσταξε το τίμιο λείψανο του οσίου Παύλου, το ενταφίασε. Ο Άγιος Αντώνιος έμεινε εκεί μια μέρα ακόμη, για να δει αν ξαναφέρει ψωμί ο κόρακας. Δε φάνηκε όμως ο κόρακας.
Τότε ο Άγιος Αντώνιος που έγινε κληρονόμος της στολής του οσίου Παύλου, πήρε εκείνο το ένδυμα των φοινίκων και ξαναγύρισε στο μοναστήρι του.
Εκεί δεν έπαψε να διηγείται το θαυμαστό γεγονός.
Τον όσιο Παύλο τον Θηβαίο τον μακάρισε ο Άγιος Αντώνιος για τρία πράγματα.
Για τον ήσυχο και ερημικό τόπο όπου διέμενε.
Για τη μακροχρόνια εκεί διαμονή και για την αναχώρηση και φυγή του απο τον κόσμο.
Και γιατί ήταν ο πρώτος από όλους τους ερημίτες που αναχώρισε για την έρημο, και ήταν κρυμμένος και άγνωστος από τον κόσμο.
Λοιπόν ο Θεός φανέρωσε τον κεκρυμμένο όσιο Παύλο στον όσιο Αντώνιο. Ο όσιος Αντώνιος τον φανέρωσε στους γύρω μοναχούς. Και τέλος ο κεκρυμμένος θησαυρός, ο όσιος Παύλος, έγινε γνωστός στον δικό μας αμαρτωλό κόσμο.
Και μας διδάσκει οτι, όταν η ψυχή αναζητά το Θεό και απορροφάται από την επιθυμία του Θεού και ξεχνά τον υλικό κόσμο, τότε ο Θεός ακόμη και την έρημο τη μεταβάλλη σε παράδεισο.

Οι Διψασμένοι Μοναχοί
Αλλά και προορατικό χάρισμα δεν έλειψε από τον Μέγα Αντώνιο. Του το χάρισε κι αυτό ο Θεός, για να τον δοξάση και να τον ανταμείψη κι εδώ στη γη για την αγνή του πίστι.
Μιά μέρα λοιπόν, εκεί στο ασκητήριο του είχανε συγκεντρωθεί αρκετοί επισκέπτες και συζητούσανε, για την αιώνια ζωή και την ατελείωτη Κόλαση.
Ο Άγιος σταμάτησε την συζήτηση ξαφνικά και, αφού κάλεσε δύο καλόγηρους, τους είπε:
- Πάρτε μιά στάμνα, γεμίστε την νερό και τρέξτε πίσω από αυτούς τους μεγάλους λόφους. Εκεί βρίσκονται δύο μοναχοί, που θέλουν να έρθουν εδώ. Τους τελείωσε όμως το νερό και ο ένας πέθανε από την δίψα. Τρέξτε λοιπόν να προλάβετε τον άλλον, που κινδυνεύει.
Οι καλόγεροι έτρεξαν στο μέρος που τους έδειξε ο Άγιος. Έφτασαν εκεί ύστερα από ώρες ολόκληρης πορείας. Είδαν τότε οτι συνέβαινε αυτό ακριβώς, που τους είχε προειπή ο Άγιος. Δόξασαν τον Θεό τότε για τον Άγιο Γέροντα τους.
Συνέφεραν έπειτα τον Μοναχό, που κινδύνευε να πεθάνη και γυρίσανε στο ερημητήριο του μεγάλου ασκητού σκεπτικοί. Δεν έπαψαν όμως να μονολογούν:
- Στην καθαρή και άγρυπνη καρδιά ο Θεός φανερώνει και όσα γίνονται μακριά από τα ανθρώπινα μάτια ...
Ο Μέγας Αντώνιος Και Ο Άγιος Ευλόγιος
Το διορατικό του χάρισμα φαίνεται και στο εξής γεγονός με τον Άγιο Ευλόγιο:
O Eυλόγιος έζησε στην Αλεξάνδρεια. Αυτός βρήκε κάποτε στό δρόμο ένα γέροντα λεπρό και εγκαταλελειμμένο. Δεν είχε κανένα να τον φροντίζη. Τον λυπήθηκε και σκέφθηκε να τον πάρη στο σπίτι του και εκεί να τον περιποιήται όπως και έκανε.
Ο γέροντας που είχε λέπρα ήταν στην αρχή ενθουσιασμένος και δεν είχε λόγια να τον ευχαριστάει. Ο Ευλόγιος εργαζότανε την μέρα έξω, για να μπορή να εξοικονομή τα προς το ζην και το βράδυ φρόντιζε τον γέροντα, με κίνδυνο, φυσικά, της ζωής του, διότι η λέπρα είναι μεταδοτική.
Μετά από καιρό μπήκε δαίμονας μέσα στο γέροντα και άρχισε τις παραξενιές. Άρχισε ο γέροντας ν' αναποδιάζει, να νευριάζει και να φωνάζει.
- Μ' αφήνεις εδώ μονάχο και συ γυρίζεις. Κάνεις τον Άγιο. Είσαι υποκριτής.
Δεν μπορούσε να τον ευχαριστήση ο Ευλόγιος με τίποτε και να τον καταπραΰνη. Αυτή η αχαριστία και η αναποδιά του γέροντα διάρκησε δεκαεφτά χρόνια!!! Του είχε πλέον καταστήσει την ζωή ανυπόφορη. Τότε ο Άγιος Ευλόγιος σκέφτηκε να τον παρατήση και να τον διώξη για την αχαριστία του, ίσως διορθωνόταν.
- Δεν είναι ζωή αυτή, σκέφτηκε. Αρκετά τον φρόντισα εγώ. Θα τον απαρατήσω αφού είναι αχάριστος και δεν διορθώνεται, για να βάλη μυαλό. Αλλά σκέφτηκε και κάτι άλλο σωστά.
Ας μήν στηριχθώ στη γνώμη μου. Ας πάρω τη γνώμη κανενός άλλου. Γι' αυτό σηκώθηκε και πήγε σ' ένα μοναστήρι, το οποίο θα επισκέπτετο τότε ο Μέγας Αντώνιος και τότε εκεί θα έπαιρνε την απάντηση από τον φωτισμένο Γέροντα. Δεν γνώριζε από κοντά τον Αντώνιο και πρώτη φορά θα τον έβλεπε. Εκεί ήτανε και άλλοι πολλοί, που περίμεναν τον Άγιο Αντώνιο. Να ο Αντώνιος φάνηκε που ερχόταν. Σταμάτησε όμως και φώναξε τον Ευλόγιο μέσα από το πλήθος, τον οποίον, όπως είπαμε, δεν τον είχε δεί ποτέ.
- Ευλόγιε, του είπε, τι θέλεις εδώ εσύ; Τρέξε γρήγορα στη δουλειά σου, για να μην χάσης τον μισθό δεκαεφτά ετών!!!
Πράγματι! Ο Ευλόγιος γύρισε αμέσως στο σπιτάκι του και ξαναπεριποιείτο τον λεπρό γέροντα, όπως και πρίν. Αλλά σε τρείς ημέρες ο γέροντας απέθανε! Και στις σαράντα ημέρες του γέροντα απέθανε και ο Ευλόγιος!!!
Αυτή Είναι Η Ψυχή Του Αμμούν
Άλλη μιά φορά, ενώ καθότανε ο Άγιος στό βουνό και συζυτούσε με τους μαθητές του, είδε ξαφνικά μιά ολόλευκη ψυχή ν' ανεβαίνει στους ουρανούς. Την στιγμή δε εκείνη γινότανε μεγάλη χαρά. Πανηγυρίζανε οι Άγιοι Άγγελοι.
Σηκώθηκε αμίλητος ο Αντώνιος και κοίταζε εκστατικά τον ουρανό. Μακάριζε δε την ψυχή εκείνη, που βάδιζε, για την αιώνια χαρά του ουρανού. Παρακαλούσε δε μυστικά το Θεό να του φανερώση σε ποιόν ανήκε η λυτρωμένη εκείνη ψυχή.
Τότε άκουσε μιά φωνή από τον ουρανό, που του είπε.
- Αυτή είναι η ψυχή του Αμμούν.
Ο Αμμούν ήτανε ασκητής στην έρημο της Νιτρίας, η οποία βρισκότανε μακριά δεκατρείς ημέρες πορείας από το ερημητήριο του Αγίου Αντωνίου. Ο Αμμούν ήταν ενάρετος ασκητής και είχε μεγάλη πίστι στο Θεό. Κάποτε μάλιστα με τη δύναμη της πίστεως του είχε καταφέρη να περπατήση πάνω στο νερό του ποταμού και να περάση αντίπερα του, χωρίς να βραχούν διόλου τα πόδια του.
Οι μαθητές του Οσίου Αντωνίου, μόλις τον είδαν να χαίρετε και να θαυμάζη, τον ρώτησαν:
- Τί συμβαίνει; Βλέπεις τίποτα; Ακούς τίποτα;
Και ο θείος ακητής τους είπε:
- Την ώρα αυτή πέθανε ο Αμμούν, ο συνασκητής και φίλος μου!!!
Οι μαθητές του εντυποσιάστηκαν. Σημειώσανε όμως την ημέρα και την ώρα, που είδε ο Άγιος ξύπνιος το όραμα.
Ύστερα από τριάντα ημέρες έφθασαν στο ερημητήριο του Αγίου Αντωνίου μερικοί Μοναχοί από την Νιτρία και ανέφεραν τη μέρα και την ώρα του θανάτου του ασκητού Αμμούν.
Κατάλαβαν τότε όλοι, οτι ο Αμμούν είχε πεθάνει την ημέρα, που ο Άγιος Αντώνιος έβλεπε την ψυχή του ολόλευκη ν' ανεβαίνει στον ουρανό. Και όλοι, όσοι μάθανε αυτά χαιρόντανε και θαυμάζανε τον μεγάλο ασκητή και θεοφώτιστο γέροντα της ερήμου Αντώνιο.
Διώχνει τα δαιμόνια
Με το πέρασμα των χρόνων, οι δαίμονες εξακολουθούσαν να πειράζουν τον Άγιο, αλλά δεν έλπιζαν πλέον να τον νικήσουν. Αντίθετα άρχισαν να τον φοβούνται. Η προσευχή του στο Θεό είναι πανίσχυρη, διότι η πίστι του είναι μεγάλη και η ψυχή του αγνή.
Σ' ένα νέο ο διάβολος έκανε φοβερά μαρτύρια. Τον κατάντησε έτσι, ώστε να τρώει τις σάρκες του. Τον βασάνιζε πολύ σκληρά. Οι γονείς του απελπισμένοι τον έφεραν στο Μέγα Αντώνιο.
Ο Άγιος λυπήθηκε το νέο και είπε στους γονείς του, οτι θα αγρυπνήση και θα προσευχηθή γι' αυτόν, αλλά μαζί του πρέπει ν' αγρυπνήσουν και να προσευχηθούν κι εκείνοι.
Πράγματι κάνανε μιά προσευχή πολύ κατανυκτική. Κατά τα ξημερώματα όμως αγρίεψε ο άρρωστος. Ώρμησε με οργή εναντίον του Αγίου και τον έρριξε κάτω. Πικράθηκαν από τη διαγωγή του παιδιού τους οι δυστυχισμένοι γονείς.
Ο πολύπαθος όμως, από τα τεχνάσματα του διαβόλου ασκητής, τους είπε:
- Μην λέτε τίποτα εναντίον του παιδιού αυτού. Δεν φταίει αυτό, αλλά ο δαίμονας, που οργίσθηκε διότι πήρε εντολή από το Θεό να βγη από μέσα του και να τ' αφήση ελεύθερο. Αυτό είναι σημάδι, οτι το δαιμόνιο βγήκε. Δοξάστε τον Θεό ...
Και πράγματι το παιδί ημερωμένο έπειτα, σηκώθηκε και φιλούσε ευτυχισμένο τα χέρια του Μεγάλου Αντωνίου. Το δαιμόνιο έφυγε.

Να Καταλάβης Και Να Σκεφθής ( Η Φοβερά Αυτή Οπτασία)
Ο Μέγας Αντώνιος πολλές φορές σκεφτότανε, για το τέλος του ανθρώπου και τον έλεγχο των ψυχών.
Σε οπτασία του είδε μια νύχτα τους ζοφερούς δαίμονες να εμποδίζουν κάποια ψυχή από την πορεία της προς τον ουρανό. Τους είδε να κατηγορούν τη ψυχή του και ν' αναφέρουν ακόμη και αμαρτίες που δεν έκανε... Κατάλαβε τότε ο όσιος τι φοβερός έλεγχος περιμένει τις ψυχές των ανθρώπων μετά το θάνατο ...
Μια νύχτα άκουσε μια φωνή, που τον καλούσε να βγη από το κελλί του. Βγήκε τότε και είδε μπροστά του ένα φοβερό και τρομερό γίγαντα, με μαύρη απαίσια όψη. Το ύψος του έφτανε ως τα σύννεφα. Είδε ακόμη ο Άγιος και μερικές ψυχές, που ανεβαίνανε και πετούσανε προς τον ουρανό. Τέντωσε όμως τα χέρια του ο καταραμένος και τις άρπαζε. Μερικές όμως του ξέφυγαν, γιατί πετούσανε με γερά φτερά και δεν τις έφτανε. Τότε έτρεμε όλος από θυμό και οργή ο Σατανάς.
Ενώ έβλεπε αυτά, ακούστηκε μια βροντερή φωνή που έλεγε:
" Νόει και στοχάσου το βλεπόμενον "
( Δηλαδή, να καταλάβης και να σκεφτής αυτό που βλέπεις)
Κατάλαβε τότε εκείνος, ότι ο μεγάλος εχθρός των ψυχών, ο διάβολος, κερδίζει τις ψυχές των αμαρτωλών, όχι όμως και των ευσεβών. Κατάλαβε ακόμη, οτι η σωτηρία της ψυχής θέλει αγώνες και θυσίες. Θέλει πραότητα, πίστι, αγάπη, αρετές, κόπους, θυσίες και (την επικοινωνούσαν με τον Θεό) προσευχή...
Αποστομώνει τους φιλόσοφους

Όταν μετά τους αγώνες του εναντίων των Αρειανών επέστρεφε στο ερημητήριο του, συνάντησε στο δρόμο μερικούς Έλληνες φιλόσοφους, οι οποίοι θέλησαν να τον πειράξουν, επειδή δεν ήξερε γράμματα.
Ο Άγιος όμως με καθαρό και εύστροφο μυαλό, τους ρώτησε:
- Προηγείται ο νούς η τα γράμματα; Ο νούς βρήκε κι έφτιαξε γράμματα ή τα γράμματα φτιάξανε τον νού; Ποιό από τα δύο έγινε πρώτα;
Εκείνοι απάντησαν:
- Προηγείται ο νούς. Εκείνος βρήκε και έφτιαξε γράμματα.
- Έτσι λοιπόν, όποιος έχει γερό μυαλό και πίστι στο Χριστό δεν χρειάζεται γράμματα!!! τους είπε τότε ο Άγιος.
Εκείνοι σιώπησαν. Ο εγωισμός τους χτυπήθηκε, ενω ο ασκητής βρήκε ευκαιρία να τους κηρύξη, για το μεγαλείο της Θείας Δημιουργίας.
Εκεί καθώς προχωρούσε η συζήτησις, συγκεντρώθηκε και πλήθος κόσμου. Γύρο από τον Άγιο ειχαν μαζευτεί πολλοί δαιμονισμένοι και τον παρακαλούσαν να τους θεραπεύση. Τότε ο Άγιος είπε στους ειδωλολάτρες φιλοσόφους.
- Θέλετε να δοκιμάσετε τη δύναμη των είδώλων σας; Να ! Εδω γύρω μου βρίσκονται μερικοί δαιμονισμένοι. Γιατρέψτε τους, με την τέχνη σας, την μαγεία σας, τους λογισμούς σας και την πίστι σας ...
Εαν δεν μπορείτε, αφήστε τους σε μένα. Έτσι θα ιδήτε τη δύναμη του Χριστού και συνεχίστε τότε να με ειρωνεύεσθε αν θέλετε μετά από αυτό...
Οι φιλόσοφοι ωμολόγησαν, πως δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο.
Ο Άγιος τότε, αφού προσευχήθηκε, σφράγισε τρείς φορές τους ασθενείς με το σημείο του Σταυρού και οι άρρωστοι γιατρεύτηκαν. Σταμάτησαν τα ουρλιαχτά και τα χτυπήματα οι δαιμονισμένοι. Έγιναν ήμεροι σαν αρνιά...
Οι φιλόσοφοι πάγωσαν. Μπήκανε σε σκέψη και απορία. Ο δε Μέγας Αντώνιος τους είπε!
- Μη θαυμάζετε και μην απορήτε. Δεν είμαι εγώ εκείνος, που έκανα το θαύμα, αλλά ο Χριστός! Πιστέψτε λοιπόν, σ' Εκείνον και τότε δεν θα χρειασθούν λογικές αποδείξεις περί Θεού. Έρχεται μόνη της η απόδειξη έμπρακτα.
Οι φιλόσοφοι ασπάστηκαν στη συνέχεια με σεβασμό και αναχωρούν, για τον προορισμό τους ευχαριστημένοι. Ομολογούν οτι τους ωφέλησε πολύ η συνάντηση εκείνη με το σοφό γέροντα της ερήμου.
 Ωφέλιμος συνομιλητής
Το γεγονός οτι δεν έμαθε γράμματα δεν εμποδίσε τον Μ. Αντώνιο να είναι ένας καταπληκτικός συνομιλητής. Η θείος φωτισμός τον έκανε πανέξυπνο και συνετό. Η ασκητική του ζωή και η ασύγκριτη εγκράτεια του ωδήγησαν το πνεύμα και τις σκέψεις του σ' ενα καθαρό δρόμο.
Θέλοντας να παρηγορήση ένα τυφλό μοναχό, Δίδυμο ονομαζόμενο, του έλεγε:
- Δίδυμε, μη ταράζεσαι καθόλου, γιατί έχασες  τους αισθητούς οφθαλμούς σου. Αντιθέτως να χαίρεσαι, διότι έχεις ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου, με τα οποία βλέπεις το Θεό και καταλαβαίνεις το φως των λόγων Του.
Στους μαθητές του έλεγε συχνά πολύ σοφά λόγια για να τους στερεώνει στην πίστι και την αρετη:
- Μη στεναχωριέστε, για την αρετή. Κοντά σας βρίσκεται. Χρειάζεται μονάχα θέληση. Βλέπετε τους Έλληνες; Μεταναστεύουν, ταξιδεύουν, περνούν στεριές και θάλασσες, για να πλουτίσουν ή να μάθουν γράμματα! Εσείς δεν έχετε ανάγκη να ταξιδέψετε, για να κερδίσετε τη Βασιλεία του Θεου, ούτε να περάσετε θάλασσες, για την αρετή...
Όταν κάποτε είδε πως μίλησε περισσότερο τους πρέποντος με τους κοσμικούς είπε:
- Όπως το ψάρι δεν μπορεί να μείνη πολύ καιρό έξω από το νερό, έτσι και ούτε ο μοναχός μπορεί να μείνη έξω από το μοναστήρι του. Γι' αυτό πρέπει να πηγαίνω...
Η πείρα του, στη ζωή της ερήμου, στην ασκητική ζωή και η αφωσίωση του στο Θεό, έφθασε στην τελειότητα. Είχε μεγάλη αυτοπειθαρχία και έκανε τρομερό έλεγχο στον εαυτό του, εάν έζησε σύμφωνα με το νόμο του Θεού.
Χαλιναγωγούσε τον εαυτό του με ασυνήθιστη αυστηρότητα.
Όπου περνάει αφήνει τον πλούτο της ψυχικής του ευφορίας ν' ακτινοβολήση. Ποτέ δεν ταράζεται. Ποτέ δεν  ταράζεται. Ποτέ δεν σκυθρωπιάζει. Είναι πάντα γαλήνιος. Μα σαν πρόκειται να παλαίψη για την πίστι και να πολεμήση τις αιρέσεις, φουντώνει και θεριεύει. Γίνεται υπέρμαχος της πίστεως. Γίνεται δύναμη φοβερή και τρομερή, που γκερεμίζει τις πλάνες των αιρετικών.
Ο Μέγας Αθανάσιος, για να υμνήση την αρετή του Μέγα Αντωνίου ρωτάει:
  Ποιός έρχεται λυπούμενος προς αυτόν και δεν φεύγει χαρούμενος;
  Ποιός έρχεται θρηνώντας τους νεκρούς και δεν καταθέτει το πένθος του;
  Ποιός έρχεται οργησμένος και δεν αναχωρεί φίλος;
  Ποιός βασανισμένος και δεν αποκτά γαλήνη;
Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά
Ο Άγιος έφθασε μέχρι 105 χρονών. Μέχρι τότε τίπωτε δεν ένοιωσε στο κορμί του. Μέχρι τότε δεν αισθάνθηκε πόνο ή πυρετό ή δυσρυθμία. Όλη του τη ζωή τη περνούσε ανάλαφρα. Οι μπόρες, τα άγρια κρύα, και οι μεγάλες ζέστες δεν τον πειράξανε. Ως τα βαθιά του γεράματα έμεινε ακμαίος και στο σώμα και στη ψυχή.
Και όταν ήρθε ο χρόνος να αποχωρισθή η ψυχή από το βασανισμένο κορμί του, το προαισθάνθηκε. Και τις τελευταίες αυτές μέρες τις ζωής του θέλησε να τις εκμεταλλευθή, για το καλό των μαθητών του.
Παρά τα γεράματα του επισκέφθηκε πολλά μοναστήρια κι' έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Τους είπε πως ν' αγωνίζονται κατά του διαβόλου και ν' αποφεύγουν τους αιρετικούς.
Οι μοναχοί του έλεγαν να μη γυρίση πίσω στην έρημο, στο ησυχαστήριο του, αλλά να μείνη κοντά τους. Ο Άγιος όμως επέστρεψε στην έρημο. Ζήτησε δε να μην μουμιοποιηθή το σώμα του, όπως συνηθίζανε οι Αιγύπτιοι, αλλά να ταφή εκεί κοντά στην έρημο, σε σημείο που να μη το ξέρει κανένας. Δεν ήθελε μεταθανάτιες τιμές.
Λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, λέγει στους μοναχούς, που βρίσκονται κοντά του, οτι αφήνει τον μανδύα του, στον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος του τον είχε χαρίσει κάποτε καινούργια. Κατόπιν ο Μ. Αθανάσιος τον φορούσε πάντοτε ως φυλαχτό. Τους προβάτινους χιτώνες του τους άφισε στον μοναχό Σεραπίωνα.
Έπειτα αφού κοίταξε κατάματα τους είπε:
- Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει.
Και με τα λόγια αυτά παρέδωσε την αμόλυντη ψυχή του στο Θεό. Τον έθαψαν κατά την επιθυμία του σε άγνωστο μέρος. Ο τάφος του έμεινε, πράγματι, άγνωστος. Κανείς δεν ξέρει, που ετάφηκε. Ήτανε 17 Ιανουαρίου 356 μ.Χ. Έζησε στη γη 105 χρόνια.